Το λευκό κουνέλι τρύπωσε στη κουφάλα ενός δέντρου και η Αλίκη χώθηκε και αυτή χωρίς δεύτερη σκέψη.Έτσι, βρέθηκε να πέφτει σε μια τρύπα που έμοιαζε ατελείωτη. Τελικά, προσγειώθηκε σε ε΄να δωμάτιο με μεγάλες πόρτες, μα όλες τους ήταν κλειδωμένες. Η μοναδική πόρτα που ήταν ανοιχτή οδηγούσε σε έναν πανέμορφο κήπο, αλλά ήταν υπερβολικά μικρή για να χωρέσει να περάσει η Αλίκη.
Πάνω σ' ένα τραπεζάκι στη μέση του δωματίου υπήρχε ένα μπουκαλάκι. Στην ετικέτα έγραφε ΠΙΕΣ ΜΕ. Χωρίς να διστάσει στιγμή, η Αλίκη ήπιε το ποτό και, ως δια μαγείας, άρχισε να μικραίνει. Τώρα είχε αποκτήσει το κατάλληλο μέγεθος για να περάσει από την πόρτα, αλλά τώρα ήταν κλειδωμένη. Κοντά στο μπουκαλάκι υπήρχε ένα κέικ στολισμένο με σταφίδες που σχημάτιζαν τη φράση ΦΑΕ ΜΕ. Η Αλίκη έφαγε λίγο και έγινε τεράστια. Λυπημένη καθώς ήταν που δεν μπορούσε πια να περάσει από την πόρτα, έβαλε τα κλάματα. Τα πελώρια δάκρυα της πλημμύρισαν το δωμάτιο.
Όταν κατάφερε να βγει από κει μέσα, βρήκε ξανά το λευκό κουνέλι που, προς μεγάλη της έκπληξη, της ζήτησε να ψάξουν μαζί για τα γάντια και τη βεντάλια του.
Το σπίτι του δεν βρισκόταν πολύ μακριά. Εκεί η Αλίκη ήπιε από ένα άλλο μπουκαλάκι και μεγάλωσε τόσο πολύ, που δεν χωρούσε πια. Το κουνέλι φοβήθηκε βλέποντας τα πόδια και τα χέρια της να βγαίνουν από το σπίτι του και άρχισε να της πετάει πέτρες. Όταν η μικρούλα κατάλαβε ότι δεν ήταν πέτρες αλλά γλυκάκια, έφαγε βιαστικά ένα και απέκτησε ξανά το κανονικό της μέγεθος, Έτσι, έφυγε γρήγορα από το σπίτι, δίχως το κουνέλι να καταλάβει το παραμικρό.
Στο δρόμο η Αλίκη βρήκε ένα τραπέζι στρωμένο για τσάι, όπου ο Τρελοκαπελάς διασκέδαζε με τον Μαρτιάτικο λαγό λέγοντας αινίγματα. Στο κορίτσι άρεσαν πολύ τα αινίγματα κι έτσι κάθισε στο τραπέζι. Πάνω στη κουβέντα ο Τρελοκαπελάς της είπε ότι κάποτε πήγε να τραγουδήσει στη βασίλισσα Ντάμα Κούπα, αλλά εκείνη διέταξε να του κόψουν το κεφάλι, γιατί πίστευε ότι σπαταλούσε το χρόνο της. Από τότε, εκείνος και οι φίλοι του κάθε ώρα της ημέρας έπιναν τσάι.
Και αφού της εξιστόρησε το πάθημα του, άρχισε ξανά να λέει αινίγματα. Επειδή όμως δεν είχε απάντηση η Αλίκη βαρέθηκε και πήγε προς το δάσος, αφήνοντας πίσω τον Τρελοκαπελά και την παρέα του.
Η Αλίκη αφου περιπλανήθηκε στη Χώρα των Θαυμάτων έφτασε σε έναν κήπο. Εκέι συνάντησε μερικά τραπουλόχαρτα που έβαφαν κόκκινα τα λευκά τριαντάφυλλα. Δεν πέρασε πολύ ώρα ώσπου η Ντάμα Κούπα εμφανίστηκε έξαλλη με τους υπηκόους της. βλέποντας την Αλίκη την κάλεσε σε μια παρτίδα κροκέ. Η βασίλισσα όμως θύμωσε πολύ που η Αλίκη την κέρδισε και διέταξε τους υπηρέτες της να την τιμωρήσουν.
Η Αλίκη φοβήθηκε πολύ όταν την κάλεσαν οι δικαστές για να απολογηθεί μπροστά στη βασίλισσα Ντάμα Κούπα. Ξαφνικά άρχισε να μεγαλώνει ξανά. Η Αλίκη θύμωσε και άρχισε να φωνάζει ότι όλοι εκεί μέσα ήταν τρελοί και ότι δεν ήταν τίποτα άλλο παρά τραπουλόχαρτα. Τα τραπουλόχαρτα τότε άρχισαν να χοροπηδούν δεξιά και αριστερά και η Αλίκη ξύπνησε τρομαγμένη δίπλα στην αδερφή της καθώς τα φύλα από τα δέντρα έπεφταν πάνω της απαλά.













