Δευτέρα 19 Ιουνίου 2017

Η πριγκίπισσα και το ρεβύθι (Χανς Κρίστιαν Άντερσεν)

Mια φορά κι έναν καιρό ζούσε σ'ένα μακρινό βασίλειο ένας όμορφος πρίγκιπας με τη μητέρα του τη βασίλισσα. Είχε φτάσει πια ο καιρός να παντρευτεί αλλά εκείνος ήθελε για γυναίκα του μόνο μια αληθινή πριγκίπισσα. 

Έψαχνε παντού αλλά καμιά από τις κοπέλες που συναντούσε δεν ήταν πραγματική πριγκίπισσα. Ένα βράδυ είχε ξεσπάσει μια απαίσια καταιγίδα.   

Όλοι στο παλάτι είχαν κουκουλωθεί κάτω από τα κρεβάτια τους και άκουγαν τα μπουμπουνητά και έβλεπαν τις αστραπές από τα παράθυρα τους. Ο πρίγκιπας ετοιμαζόταν να πάει για ύπνο όταν άκουσε χτυπήματα στην πόρτα του παλατιού.

-Ποίος να γυρίζει έξω μια τόσο βροχερή νύχτα; σκέφτηκε και πήγε να ανοίξει την πόρτα. 

Μπροστά του παρουσιάστηκε μια πανέμορφη πριγκίπισσα, αλλά φαντάζεστε σε τι κατάσταση. Ήταν μούσκεμα, το νερό έτρεχε από τα ρούχα της και τα γοβάκια της ήταν γεμάτα λάσπες... 

«Είμαι μια-αψιού! - πραγματική πριγκίπισσα και χάθηκα-αψιού! - στην καταιγίδα!»

Την έβαλαν μέσα, της έδωσαν ζεστά ρούχα και η πριγκίπισσα τους είπε την ιστορία της. Πως είχε χαθεί στο δάσος όταν άρχισε η καταιγίδα και πως ήταν μια στ'αλήθεια μια πραγματική πριγκίπισσα. 



«Αυτό θα το δούμε», 

είπε η βασίλισσα και πήγε να ετοιμάσει το δωμάτιο της κοπέλας. Έβαλε στο κρεβάτι της είκοσι στρώματα και από πάνω αλλά είκοσι πουπουλένια. Της έβαλε και δέκα μαξιλάρια και μεταξωτά σεντόνια. Αλλά κάτω από τα στρώματα έβαλε ένα μικρό ρεβίθι!

Όταν η πριγκίπισσα πήγε να ξαπλώσει το κρεβάτι ήταν τόσο ψηλό που χρειαζόταν σκάλα για να ανέβει! 

«Έβαλα όλα αυτά τα στρώματα για να αισθάνεσαι πιο βολικά», 

της είπε η βασίλισσα και την καληνύχτισε. Το επόμενο πρωί η βασίλισσα τη ρώτησε αν κοιμήθηκε καλά. Η  πριγκίπισσα δίστασε για λίγο αλλά της απάντησε με ειλικρίνεια.

-Το δωμάτιο μου ήταν πολύ όμορφο,τα σεντόνια πολύ απαλά και τα μαξιλάρια πολύ αφράτα. Αλλά... το κρεβάτι ήταν πολύ σκληρό. Ένιωθα σαν να κοιμόμουν πάνω σε πέτρες. Όλο το βράδυ δεν κατάφερα να κοιμηθώ και σήμερα το πρωί ήμουν γεμάτη μελανιές. Πέρασα μια πολύ άσχημη νύχτα. 

Τότε η βασίλισσα και ο πρίγκιπας κατάλαβαν πως η κοπέλα ήταν  μια αληθινή πριγκίπισσα.

Μόνο μια αληθινή πριγκίπισσα θα μπορούσε να είναι τόσο ευαίσθητη ώστε να ενοχληθεί από ένα τόσο δα ρεβίθι κάτω από είκοσι  στρώματα και άλλα τόσα πουπουλένια.

Κι ο πρίγκιπας αποφάσισε να την παντρευτεί όχι μόνο γιατί ήταν μια πραγματική πριγκίπισσα αλλά και γιατί την είχε ερωτευτεί από την πρώτη στιγμή που την είδε και εκείνη το ίδιο. 


Ο γάμος τους γιορτάστηκε με χαρές και πανηγύρια και κράτησε 3 μέρες και 3 νύχτες.

Και αν ταξιδέψετε ποτέ κι αποφασίσετε να πάτε στο παλάτι του πρίγκιπα ζητήστε να δείτε τη κάμαρα της πριγκίπισσας. Εκεί ακόμη και σήμερα βρίσκεται πάνω σε ένα πουπουλένιο μαξιλάρι το μικρό ρεβίθι.



Κάντε μας Like και στο Facebook πατώντας εδώ 
Read More »

Παρασκευή 16 Ιουνίου 2017

Η Μυρσίνη και η ροδιά η ευλογημένη - Σοφία Πολίτου-Βέρβερη

Τίτλος: Η Μυρσίνη και η ροδιά η ευλογημένη
Συγγραφέας: Σοφία Πολίτου-Βερβέρη
ISBN: 978-618-5040-43-7

Συντελεστές
Εικονογράφηση: Vivi Markatos
Επιμέλεια, Διορθώσεις: Δέσποινα Γεωργαντά
Σελιδοποίηση: Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης
Σύνθεση εξωφύλλου: Ηρακλής Λαμπαδαρίου

Πνευματικά Δικαιώματα
Το βιβλίο πετάει ελεύθερα στο Διαδίκτυο από τον Νοέμβριο του 2013 με άδεια Creative Commons. 
(Αναφορά Δημιουργού – Μη εμπορική χρήση – Όχι παράγωγα έργα 3.0 Ελλάδα)
Source: http://www.click-me.gr/psyxagogia-m/vivlia/paidika/2539-paidiko-vivlio-i-myrsini-kai-i-rodia-i-evlogimeni-sofia-politou-ververi.html






Κάντε μας Like και στο Facebook πατώντας εδώ 
Read More »

Η Λίμνη των Κύκνων

Μια φορά κι έναν καιρό, αρκούσε να έχεις ένα μαγικό φίλτρο ή να γνωρίζεις κάποιο ξόρκι για να μεταμορφώσεις έναν άνθρωπο σε δένδρο, σε πέτρα ή ακόμα και σε ζώο. Τον καιρό εκείνο ζούσε ένας πρίγκιπας. Ήταν ακόμα πολύ νέος και πίστευε ότι σκοπός της ζωής είναι μόνο οι διασκεδάσεις.
Περνούσε λοιπόν τις μέρες του με ονειροπόληση και παιχνίδια, και τις νύχτες του με χορούς και με τραγούδια. Ο πρίγκιπας ήταν πολύ ευτυχισμένος και δεν είχε καμιά επιθυμία να αλλάξει κάτι στη ζωή του. Το βράδυ πριν τα γενέθλια των δεκαοχτώ του χρόνων, ο πρίγκιπας προσκάλεσε τους φίλους του σε μια γιορτή. Άρχισαν να χορεύουν κάτω από τα δέντρα στον κήπο του παλατιού, μαζί με τις κοπέλες από το διπλανό χωριό. Αλλά η μητέρα του πρίγκιπα δεν ήταν καθόλου ευχαριστημένη.

«Αγαπημένε μου γιε» του είπε «πού θα καταλήξουν όλα αυτά; Ήδη από αύριο θα είσαι ενήλικος, και δεν έχεις καταφέρει ακόμα να βρεις ένα κορίτσι να παντρευτείς! Αύριο κιόλας θα δώσουμε έναν επίσημο χορό στο παλάτι και θα καλέσουμε πολλές πριγκίπισσες. Έτσι, θα διαλέξεις μια από αυτές για να την παντρευτείς».
Ο πρίγκιπας ξαφνιάστηκε από τα λόγια της μητέρας του, αλλά δεν ανησύχησε. «Το αύριο είναι ακόμα μακριά» είπε στον εαυτό του. «Δε θα το αφήσω να μου χαλάσει τη σημερινή βραδιά».
Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε ένα θρόισμα στον αέρα, καθώς ένα σμήνος από αγριόκυκνους πέταξε πάνω από τα κεφάλια των καλεσμένων.

«Ελάτε» είπε ο πρίγκιπας στους φίλους του «πάμε να κυνηγήσουμε!».
Οπλισμένοι με τόξα και βέλη, άρχισαν να κυνηγούν τα μεγάλα πουλιά, ρίχνοντας τα βέλη τους στον ουρανό, αλλά δεν μπορούσαν να προφτάσουν τους αγριόκυκνους, που τα φτερά τους έλαμπαν στο σκοτάδι. Σε λίγο ο πρίγκιπας ένιωσε μια ζάλη και, ενώ οι φίλοι του συνέχιζαν το κυνήγι, αυτός έμεινε πίσω για να ξαποστάσει πλάι στη λίμνη.


Έξαφνα, σαν από μια αστραπή, η λίμνη λούστηκε με ένα έντονο φως και μπροστά στον πρίγκιπα εμφανίστηκε η πιο όμορφη γυναίκα που είχε ποτέ του δει.
«Ποια είσαι;» ρώτησε αυτός. Στο άκουσμα της φωνής του η γυναίκα αναπήδησε και κοίταξε φοβισμένη το τόξο και τα βέλη. Μόνο όταν ο πρίγκιπας τα ακούμπησε δίπλα του άρχισε να μιλάει.

«Είμαι η Βασίλισσα των Κύκνων» είπε. «Είμαι ο κύκνος που προσπάθησες να σκοτώσεις». «Πώς είναι δυνατόν!» ρώτησε ο πρίγκιπας. Τότε εκείνη του διηγήθηκε την τραγική ιστορία της.

Ένας μοχθηρός μάγος μεταμόρφωσε εκείνη και τις φίλες της σε κύκνους. Κάθε βράδυ τα μεσάνυχτα μπορούσε να πάρει την ανθρώπινη μορφή της ξανά, αλλά με το ξημέρωμα γινόταν πάλι κύκνος.

«Μόνο ένα πράγμα μπορεί να με ελευθερώσει από τα μάγια» αναστέναξε. «Η αληθινή αγάπη!».
«Τότε, όλα είναι εντάξει» είπε ο πρίγκιπας γονατίζοντας μπροστά της «γιατί σε αγαπώ αληθινά. Εσένα μόνο και καμιάν άλλη».
Δεν πρόλαβε να τελειώσει τα λόγια του, και μια κουκουβάγια πέρασε φτερουγίζοντας από πάνω τους. Ήταν ο ίδιος ο κακός μάγος, που είχε πάρει τη μορφή κουκουβάγιας για να κρυφακούσει το ζευγάρι. Ο πρίγκιπας παρακάλεσε τη Βασίλισσα των Κύκνων να έρθει στο χορό του παλατιού την επόμενη μέρα, για να μπορέσει να την παρουσιάσει σαν γυναίκα του.

Χαρούμενη εκείνη, δέχτηκε και έμειναν μαζί ως την αυγή κρατώντας ο ένας το χέρι του άλλου. Καθώς ο ήλιος πλησίαζε να ανατείλει, μια παρέα λευκοντυμένων κοριτσιών έτρεξε κοντά τους. Κατάπληκτος ο πρίγκιπας, τις παρακολούθησε να μεταμορφώνονται σε κύκνους και να πετούν μακριά.


Την επομένη το βράδυ, στο παλάτι όλα ήταν έτοιμα για το μεγάλο χορό. Οι καλεσμένοι φορούσαν τα καλύτερα φορέματά τους και όλες οι πριγκίπισσες είχαν βάλει τα δυνατά τους να δείχνουν όσο πιο όμορφες γίνεται. Απόψε ο πρίγκιπας θα διάλεγε τη γυναίκα του και καθεμιά ήθελε να είναι αυτή η τυχερή. Ο πρίγκιπας στεκόταν πλάι στη μητέρα του με χλωμό πρόσωπο και χαιρετούσε τους καλεσμένους. Όλο και περισσότερες πριγκίπισσες παρουσιάζονταν μπροστά του. Η καθεμιά τους χόρευε γι' αυτόν, αλλά ο πρίγκιπας το έβρισκε πολύ κουραστικό. Μετά από κάθε χορό η μητέρα του τον ρωτούσε «λοιπόν, γιε μου;», αλλά αυτός σκεφτόταν μόνο τη Βασίλισσα των Κύκνων.

«Επιτέλους, επιτέλους ήρθες» φώναξε ο πρίγκιπάς μας κι έτρεξε στην πανέμορφη κοπέλα και της φίλησε τα χέρια. Όμως αυτή είχε κάτι το διαφορετικό. Το μαύρο φόρεμά της και το υπεροπτικό παρουσιαστικό της τον ξένισαν προς στιγμήν, παρ' όλα αυτά όμως, γύρισε στη μητέρα του και είπε δυνατά: «Αυτή είναι η γυναίκα που αγαπώ και θα την αγαπώ για πάντα. Αυτή μόνο και καμιάν άλλη».


Η ηχώ από τα λόγια του δεν είχε ακόμα καταλαγιάσει, όταν η μεγάλη πόρτα άνοιξε ξανά. Μια γυναίκα με ένα πανέμορφο λευκό φόρεμα εμφανίστηκε. Ήταν η Βασίλισσα των Κύκνων. Αλίμονο, τα είχε δει όλα. Ο πρίγκιπας, που χθες μόλις της ομολόγησε την αιώνια αγάπη του, κρατούσε μιαν άλλη στην αγκαλιά του! Προδομένη, η Βασίλισσα των Κύκνων έφυγε τρέχοντας από το παλάτι.
Αμέσως ο πρίγκιπας κατάλαβε ότι τον είχαν ξεγελάσει. Η γυναίκα που κρατούσε στα χέρια του ήταν μια ξένη, που τίποτα πάνω της δεν του θύμιζε την πραγματική του αγάπη. Και, κοιτώντας καλύτερα, παρατήρησε ότι ο πατέρας της έμοιαζε κάπως με κουκουβάγια. Ο Μαύρος Πρίγκιπας ήταν ο ίδιος ο μοχθηρός μάγος! Ο πρίγκιπας έτρεξε με αγωνία πίσω από την αγαπημένη του Βασίλισσα των Κύκνων. Φοβήθηκε μη χαθούν όλα, έλπιζε όμως να βρει έναν τρόπο να τη σώσει.


Γεμάτος λύπη και θυμό, έτρεξε προς το σκοτεινό δάσος της λίμνης. Κι εκεί τη βρήκε, μαζί με τις φίλες της. Αυτές, όταν τον είδαν να πλησιάζει, σχημάτισαν έναν κύκλο γύρω από τη Βασίλισσά τους, για να την προστατέψουν. Τι σου είναι όμως η αγάπη!
Δευτερόλεπτα πριν, η Βασίλισσα των Κύκνων θρηνούσε για την απιστία του πρίγκιπά της και ορκιζόταν να τον ξεχάσει για πάντα. Και τώρα έτρεχε σ' αυτόν με ανοιχτή αγκαλιά!

«Θα μείνω στο πλευρό σου, ό,τι κι αν γίνει» είπε ο πρίγκιπας. «Η αγάπη μου για σένα είναι πιο δυνατή από οτιδήποτε άλλο. Κανένας κίνδυνος δεν μπορεί να με φοβίσει».
Δεν πρόλαβε να τελειώσει τα λόγια του και μεγάλα κύματα εμφανίστηκαν στην επιφάνεια της λίμνης. Το νερό πλημμύριζε την όχθη όλο και πιο ψηλά, παρασύροντας τη Βασίλισσα των Κύκνων μέσα στη λίμνη. Η δύναμη του μοχθηρού μάγου ήταν πολύ μεγάλη. Μεγαλύτερη όμως είναι η δύναμη της αγάπης...

Μερικοί πιστεύουν πως ο πρίγκιπας μονομάχησε με το μάγο και τον σκότωσε. Άλλοι επιμένουν ότι ο πρίγκιπας έπεσε στη λίμνη με την αγαπημένη του και πνίγηκαν μαζί. Άλλοι, πάλι, είναι σίγουροι ότι ζουν μαζί στο βυθό της λίμνης σ' έναν παράδεισο, ευτυχισμένοι.

Η αλήθεια όμως είναι ότι ο πρίγκιπας έσωσε τη Βασίλισσα των Κύκνων από την πλημμύρα του μάγου, κι έτσι έσβησαν τα κακά μάγια. Ο πρίγκιπας παρουσίασε την αληθινή του αγαπημένη στη μητέρα του και πολύ σύντομα παντρεύτηκαν. Οι παράνυμφοι δεν ήθελαν να φορέσουν τα λευκά πλουμιστά φορέματα που συνηθίζονται σ" αυτές τις περιπτώσεις – μπορούμε να τις κατηγορήσουμε γι' αυτό; Αντίθετα, φόρεσαν πράσινα και η νύφη ένα κομψό μεταξένιο φόρεμα, με χρώμα ροζ πολύ απαλό. Ο πρίγκιπας και η πριγκίπισσα έζησαν μαζί χρόνια πολλά και πέρασαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.





Κάντε μας Like και στο Facebook πατώντας εδώ 
Read More »

Ματή, το μαγικό ψιθύρισμα - Θεοφάνης Θεοφάνους

Τίτλος: Ματή, το μαγικό ψιθύρισμα
Συγγραφέας: Θεοφάνης Θεοφάνους
ISBN: 978-618-5040-46-8

Συντελεστές
Εικονογράφηση: Ραφαέλα Φαντασία
Επιμέλεια, Διορθώσεις: Ηρακλής Λαμπαδαρίου
Σύνθεση εξωφύλλου: Θεοφάνης Θεοφάνους
Σελιδοποίηση: Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης
Εκδόσεις: Εκδόσεις Σαΐτα

Πνευματικά Δικαιώματα
Το βιβλίο πετάει ελεύθερα στο Διαδίκτυο από τον Δεκέμβριο του 2013 με άδεια Creative Commons. 
(Αναφορά Δημιουργού – Μη εμπορική χρήση – Όχι παράγωγα έργα 3.0 Ελλάδα)





Κάντε μας Like και στο Facebook πατώντας εδώ 
Read More »

Μύθοι του Αισώπου - Η Καλιακούδα και τα Περιστέρια


Ξέρετε τις καλιακούδες; Είναι μεγαλόσωμα μαύρα πουλιά με άγρια , αντιπαθητική φωνή. Αναζητούν την τροφή τους στα φρεσκοοργωμένα και σπαρμένα χωράφια. Οι χωρικοί όμως τα διώχνουν με κάθε τρόπο γιατί τους κάνουν μεγάλη ζημιά.
Κάποτε λοιπόν ήταν μια καλιακούδα που παιδευόταν να βρει τροφή στα χωράφια. Δεν ήταν εύκολο. Οι χωρικοί της έστηναν παγίδες και σκιάχτρα. Ήταν πάντα φοβισμένη κι έμενε συνήθως μισοπεινασμένη.
Μια μέρα, καθώς πετούσε, βρέθηκε πάνω από έναν περιστερώνα. Ένα μικρό χαριτωμένο σπιτάκι όπου μπαινόβγαιναν δεκάδες περιστέρια, λευκά, γκρίζα, γκριζογάλανα. Ήταν ήρεμα κι ευτυχισμένα γιατί ο κύριός τους αδιάκοπα τα φρόντιζε. Κάθε μέρα τους πρόσφερε άφθονο καλαμπόκι κι άλλους σπόρους και διατηρούσε καθαρό το σπιτάκι τους. Χωρίς να κοπιάζουν απολάμβαναν χορτάτα και ασφαλή τη ζωή τους.
Πόσο ζήλεψε η καλιακούδα! Πόσο θα ήθελε να μπει στην παρέα τους και να ξενοιάσει μια και καλή από την αγωνία της για την καθημερινή τροφή της!  Όταν όμως κοίταξε το κατάμαυρο φτέρωμά της, κατάλαβε πως δεν θα την δέχονταν με κανέναν τρόπο κοντά τους. Πέταξε μακριά απογοητευμένη, αλλά δεν έβγαλε από το μυαλό της την εικόνα των περιστεριών.
Λίγες μέρες αργότερα όμως, μια καταπληκτική ευκαιρία της παρουσιάστηκε. Βρέθηκε στην αυλή ενός σπιτιού που το ασβέστωναν. Ο κάτασπρος ασβέστης μέσα στο δοχείο της θύμισε τα άσπρα φτερά των περιστεριών. Μια λαμπρή ιδέα άστραψε στο μυαλουδάκι της! Περίμενε με υπομονή να απομακρυνθεί ο τεχνίτης που έβαφε και, χωρίς καθυστέρηση και δεύτερη σκέψη, βούτηξε στο δοχείο. Oχ! Κόντεψε να σκάσει, δεν μπορούσε να πάρει ανάσα. Έντρομη κατάλαβε πως κινδύνευε να μείνει  εκεί, μες στον ασβέστη, και να τελειώσει τη ζωή της, αλλά έβαλε όλο της το πείσμα και τη δύναμη και κατάφερε να πετάξει και να βγει. Πήρε βαθιές ανάσες ώσπου να συνέλθει, τίναξε τα φτερά της και … δεν πίστευε στα μάτια της! Είχε γίνει κατάλευκή! Ήταν ολόιδια με τα περιστέρια!
Δεν καθυστέρησε καθόλου. Πέταξε ενθουσιασμένη και πολύ γρήγορα βρέθηκε στον περιστερώνα να μπαινοβγαίνει στις μικρές πορτούλες του μαζί με τ’ άλλα περιστέρια και να τσιμπολογάει τα σποράκια που απλόχερα τα τάιζε ο κύριός τους. «Αχ! Αυτή είναι ζωή! Τι καλοπέραση! Τι ευτυχία!».  Τα περιστέρια ούτε που την κατάλαβαν ούτε που την ξεχώρισαν.
Για λίγον καιρό όλα κυλούσαν ήρεμα. Η καλιακούδα μας γέμιζε εύκολα το στομάχι της και δεν έβγαζε άχνα από το στόμα της, γιατί ήξερε πολύ καλά πως η άγρια φωνή της θα την πρόδιδε. Κάποια στιγμή όμως ξεχάστηκε. Είχε τόση ανάγκη να μιλήσει σε κάποιον!  «Τι όμορφα που είναι!», ξεστόμισε, αλλά  η άγρια αντιπαθητική κρωξιά της έκανε όλα τα περιστέρια να τρομάξουν και να μαζευτούν γύρω της. Άρχισαν να την κοιτούν περίεργα και γρήγορα κατάλαβαν πως ήταν διαφορετική: «Μα τι πουλί είν’ αυτό; Πώς βρέθηκε ανάμεσά μας; Πώς δεν το προσέξαμε νωρίτερα;», αναρωτιούνταν. «Σίγουρα δεν είναι περιστέρι! Είναι κατάσκοπος! Θα μας κάνει κακό! Εμπρός να το διώξουμε!». Με θυμό όρμησαν επάνω της, την τσιμπούσαν όλα μαζί, την έσπρωχναν. Την ανάγκασαν να φύγει κακήν κακώς από τον περιστερώνα.
Τι να κάνει η καλιακούδα μας! Ταπεινωμένη έφυγε μακριά. Πού να πάει τώρα; Ξαναγύρισε στα χωράφια και στις αδελφές της, τις άλλες καλιακούδες. Αλλά … δυστυχώς την περίμενε κι άλλη πίκρα κι απογοήτευση. Εκείνες βλέποντάς την άσπρη δεν την αναγνώρισαν. Νόμισαν πως ήταν ένα ξένο πουλί. Πέταξαν δίπλα της κι άρχισαν κι αυτές να την τσιμπούν και να την διώχνουν. Μάταια προσπαθούσε να τις εξηγήσει τι είχε συμβεί. Πως μπορεί το φτέρωμά της να ήταν άσπρο, αλλά αυτή ήταν η φίλη τους, η συγγενής τους, η αδελφή τους… Δεν ήθελαν ν’ακούσουν τίποτα. Την ανάγκασαν να φύγει μακριά.
Έτσι η καλιακούδα μας, μόνη και χιλιοπικραμένη, πέταξε προς το βουνό, όπου την περίμενε μια ζωή ακόμα πιο δύσκολη κι επικίνδυνη. Έχασε και τους σπόρους των χωραφιών, έχασε και τις φίλες της και τώρα πια κινδύνευε πολύ από τα δυνατά πουλιά, το γεράκι και τον αετό που έκαναν απειλητικούς γύρους πάνω απ’το κεφάλι της. Μετανιωμένη έλεγε και ξανάλεγε:
«Δεν μού ‘φθαναν τα λίγα, ζητούσα πιο πολλά.
Τώρα γυρίζω μόνη, με άδεια την κοιλιά».
Η ιστορία της καλιακούδας μας δυο σοφές συμβουλές μας δίνει:
Δεν πρέπει να κυνηγάμε τα πολλά με κάθε τρόπο, με κάθε τίμημα. Ας αρκούμαστε μ΄ ευγνωμοσύνη στα λιγότερα, αυτά που μας χάρισε ο Θεός. Κι ας φεύγουμε μακριά απ’ την πλεονεξία που θα μας ρίξει σίγουρα στη δυστυχία.
Αλλά και να μην αρνούμαστε τη γενιά μας, τις ρίζες μας, την οικογένειά μας. Γιατί οι ξένοι πολύ εύκολα μας γυρίζουν την πλάτη και μας φέρονται με σκληρότητα. Η οικογένειά μας, οι δικοί μας άνθρωποι είναι το καταφύγιό μας.
 Απόδοση: Σταυρούλα Κουμενίδου



Κάντε μας Like και στο Facebook πατώντας εδώ 
Read More »

Μύθοι του Αισώπου - Η Αλεπού και ο Τράγος


Κάποτε μια αλεπού τριγυρνούσε νύχτα σ΄ένα χωριουδάκι αναζητώντας τροφή σε κανένα κοτέτσι. Μες στο σκοτάδι όμως γλίστρησε κι έπεσε σ΄ένα αφύλαχτο πηγάδι. Μέχρι να ξημερώσει έκλαιγε απαρηγόρητη για το πάθημά της κι απελπισμένη για τη σωτηρία της.
Το πρωί ένας τράγος, που ‘χε ξεφύγει απ’το κοπάδι του, διψασμένος έσκυψε στο στόμιο του πηγαδιού.
«Πολύ βαθύ το βλέπω», μουρμούρισε στενoχωρημένος.
Η αλεπού αμέσως συνέλαβε μια έξυπνη ιδέα. «Φίλε μου, το νερό είναι δροσερό και θα το ευχαριστηθείς πολύ. Πήδα, πιες κι ύστερα ανεβαίνουμε μαζί».
Ο άμυαλος τράγος έπεσε στην παγίδα της αλεπούς. Στο λεπτό δίνει έναν πήδο και βρίσκεται μέσα στο πηγάδι. Ήπιε και ξεδίψασε κι ευχαριστήθηκε στ΄αλήθεια. «Τώρα τι κάνουμε; Πώς θα βγούμε από δω μέσα;», ρώτησε την αλεπού.
«Μη στεναχωριέσαι, φίλε μου, έχω σχέδιο. Στήσε τα μπροστινά σου πόδια στο τοίχωμα του πηγαδιού. Θα πατήσω στην πλάτη σου, θα σκαρφαλώσω και θα βγω πρώτη εγώ κι ύστερα θα σε τραβήξω και σένα».
Χωρίς να πολυσκεφτεί πάλι ο τράγος έκανε ό,τι του είπε η πονηρή αλεπού κι εκείνη γρήγορα-γρήγορα σκαρφάλωσε στην πλάτη του, πάτησε και στα χοντρά στριφτά του κέρατα και πήδηξε έξω από το πηγάδι.
«Τώρα σειρά σου να με βοηθήσεις», της φώναξε ο τράγος.
«Δεν θα ‘σαι καλά, μου φαίνεται! Πώς μπορώ εγώ τόσο μικροκαμωμένη να σε τραβήξω επάνω; Δεν βλέπεις το μπόι και το βάρος σου;», του απάντησε η αλεπού κοροϊδευτικά. «Σε χαιρετώ, φίλε μου. Ας είχες περισσότερο μυαλό, τουλάχιστον τόσο όσες είναι οι τρίχες στο πηγούνι σου, κι ας σκεφτόσουν πριν κατέβεις με ποιον τρόπο θα μπορούσες να ξανανέβεις…», του φώναξε κι έφυγε μακριά γελώντας ευχαριστημένη με την εξυπνάδα της και το ανόητο πάθημα του τράγου.
Κι εκείνος έμεινε εκεί βελάζοντας για πολλές ώρες, ώσπου ο αφέντης του, που τον αναζητούσε, τον άκουσε και βρήκε τον τρόπο να τον βγάλει.
Πήρε όμως ένα πολύ καλό μάθημα κι από τότε διηγείται σε όλους τους φίλους του το πάθημά του και τους συμβουλεύει: «Πριν κάνετε κάτι, πολύ να το σκεφτείτε. Μη δείτε μόνο την πρόσκαιρη χαρά που θα κερδίσετε, αλλά αναλογιστείτε και τι άλλες συνέπειες θα έχει αυτή η πράξη ση ζωή σας. Γιατί πολύ συχνά η επιθυμία μας για μια σύντομη απόλαυση μας παγιδεύει σε πολύ δυσάρεστες καταστάσεις και την πληρώνουμε ακριβά».
Απόδοση: Σταυρούλα Κουμενίδου
ΠΗΓΗ



Κάντε μας Like και στο Facebook πατώντας εδώ 
Read More »

Πέμπτη 15 Ιουνίου 2017

Η Ραπουνζέλ (Αδελφοί Γκριμ)


Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένας άντρας και μία γυναίκα που ήθελαν πολύ να αποκτήσουν ένα παιδί. Επιτέλους μετά από πολύ καιρό η γυναίκα περίμενε να φέρει στον κόσμο ένα μωράκι. Στο πίσω μέρος του σπιτιού τους υπήρχε ένα μικρό παράθυρο το οποίο έβλεπε σε έναν καταπληκτικό κήπο, ο οποίος ήταν φυτεμένος με τα ωραιότερα φυτά και λουλούδια. 


Γύρω- γύρω ήταν περιφραγμένος με έναν ψηλό τοίχο και κανείς δεν τολμούσε να μπει μέσα καθώς άνηκε σε μια φοβερή μάγισσα. Μια μέρα η γυναίκα κοιτούσε από το παράθυρο στον κήπο και είδε κάποια λαχταριστά λυκοτρίβολα (σημείωση: τα λυκοτρίβολα είναι φυτά παρόμοια με την γλιστρίδα και μία από τις κοινές ονομασίες τους στα γερμανικά είναι «ραπούντσελ»). Τα λυκοτρίβολα ήταν τόσο πράσινα και φρέσκα που η έγκυος τα λιγουρεύτηκε. Κάθε μέρα που περνούσε όλο και περισσότερο μεγάλωνε η επιθυμία της να φάει λυκοτρίβολα μέχρι που έχασε το χρώμα της και κατέπεσε καθώς ήξερε ότι δεν θα μπορούσε ποτέ να τα αποκτήσει. 

Όταν την είδε ο άντρας της σε αυτή τη κατάσταση τρόμαξε και ρώτησε για την αιτία. «Αν δεν μπορέσω να φάω μερικά από τα λυκοτρίβολα που είναι πίσω από το σπίτι μας, θα πρέπει να πεθάνω». Ο άντρας που αγαπούσε πολύ την γυναίκα του σκέφτηκε «όσο επικίνδυνο και να είναι, θα πρέπει να φέρω αμέσως μερικά από αυτά τα φυτά» και ένα βράδυ πέρασε πάνω από τον τοίχο και ξερίζωσε μερικά λυκοτρίβολα τα οποία και πήγε στη γυναίκα του. Η γυναίκα του τα έκανε αμέσως σαλάτα, και τα έφαγε με μεγάλη όρεξη. Τόσο πολύ της άρεσαν που την επόμενη ημέρα ήθελε να φάει και άλλα. 

Ο άντρας είδε ότι δεν θα μπορούσε να ηρεμήσει διαφορετικά τη γυναίκα του και ξαναπήγε στον κήπο. Ωστόσο τρόμαξε πάρα πολύ όταν είδε μπροστά του την μάγισσα, η οποία άρχισε να φωνάζει που τόλμησε να μπει στον κήπο της και να κλέβει. Ο άντρας δικαιολογήθηκε και τις είπε για τις ορέξεις τις γυναίκας του και για το πόσο επικίνδυνο είναι να της χαλάσει το χατίρι στην κατάσταση που βρίσκεται. Η μάγισσα του απάντησε «θα σου επιτρέψω να παίρνεις όσα λυκοτρίβολα  θέλεις από τον κήπο, αλλά σε ανταπόδοση θα πάρω το παιδί μόλις το γεννήσει η γυναίκα σου.» Από φόβο και πανικό ο άντρας δέχτηκε ότι του ζήτησε η μάγισσα και όταν η ήρθε η ώρα να γεννήσει η γυναίκα, εμφανίστηκε η βασίλισσα  και πήρε το κοριτσάκι το οποίο ονόμασε Ραπουνζέλ.

Η Ραπουνζέλ έγινε το ομορφότερο παιδί του κόσμου.  Όταν έγινε δώδεκα χρονών η βασίλισσα την κλείδωσε σε έναν ψηλό πύργο ο οποίος δεν είχε ούτε πόρτα ούτε σκάλα. Μόνο πολύ ψηλά στη κορυφή του πύργου ήταν ένα μικρό παράθυρο. Όταν η μάγισσα ήθελε να ανεβεί στον πύργο στεκόταν από κάτω και φώναζε:

«Ραπουνζέλ, Ραπουνζέλ! Άφησε τα μαλλιά σου.»

Η Ραπουνζέλ είχε καταπληκτικά μακριά μαλλιά, σαν πλεξούδες από χρυσό, και όταν άκουγε την μάγισσα να λέει αυτά τα λόγια έλυνε τις πλεξίδες της, τις έδενε γύρο από το πόμολο του παραθύρου και στη συνέχεια τα έριχνε να πέσουν δέκα μέτρα στο κενό. Η μάγισσα έπιανε τις κοτσίδες και ανέβαινε στον πύργο.

Μια μέρα περνούσε ένα βασιλόπουλο από το δάσος στο οποίο βρισκόταν ο πύργος. Το βασιλόπουλο είδε την Ραπουνζέλ στο παράθυρο και την άκουσε να τραγουδάει με τόσο γλυκιά φωνή που την ερωτεύτηκε παράφορα. Απογοητεύτηκε όμως καθώς δεν υπήρχε πόρτα στον πύργο και δεν υπήρχε σκάλα που μπορούσε να φτάσει σε αυτό το ύψος. Έτσι πήγαινε κάθε μέρα στο δάσος και την παρατηρούσε, μέχρι που κάποια μέρα είδε την μάγισσα να έρχεται και να λέει:

«Ραπουνζέλ, Ραπουνζέλ! Άφησε τα μαλλιά σου.»

Μετά από αυτό κατάλαβε με ποια σκάλα μπορεί να ανέβει στον πύργο. Έτσι συγκράτησε τα λόγια που θα έπρεπε να πει και την επόμενη μέρα περίμενε να βραδιάσει και πήγε στον πύργο και φώναξε:

«Ραπουνζέλ, Ραπουνζέλ! Άφησε τα μαλλιά σου.»

Τότε η Ραπουνζέλ έριξε τις πλεξίδες της και ο πρίγκιπας ανέβηκε στο δωμάτιο της. Αρχικά η Ραπουνζέλ ταράχτηκε πάρα πολύ που καθώς δεν είχε ξαναδεί άντρα. Αλλά το βασιλόπουλο άρχισε να της μιλάει και της εξήγησε ότι το τραγούδι της τον είχε γοητεύσει τόσο πολύ που δεν μπορούσε να βρει ησυχία παρά μόνο αν την έβλεπε από κοντά. 

Τελικά έφυγε ο φόβος από την Ραπουνζελ και ο πρίγκιπας την ρώτησε αν ήθελε να τον παντρευτεί. Η Ραπουνζέλ είδε ότι ήταν νέος και όμορφος και σκέφτηκε ότι θα την αγαπούσε περισσότερο από την γριά μάγισσα. «Θέλω να έρθω μαζί σου και να σε παντρευτώ αλλά δεν ξέρω πως μπορώ να κατεβώ από τον πύργο» απάντησε η κοπέλα «για αυτό κάθε φορά που θα έρχεσαι να μου φέρνεις ένα κουβάρι μετάξι για να πλέξω μία σκάλα και όταν την τελειώσω θα με πάρεις με το άλογο σου.» Τότε συμφώνησαν ότι το βασιλόπουλο θα ερχόταν κάθε βράδυ στη Ραπουνζέλ καθώς την ημέρα πήγαινε η γριά. Η μάγισσα δεν κατάλαβε τίποτε μέχρι που κάποια μέρα η κοπέλα της είπε: «Για πες μου κυρά πως γίνεται και είναι τόσο δύσκολο να σε ανεβάσω πάνω στον πύργο ενώ το βασιλόπουλο ανεβαίνει σε μία στιγμή;»

«Αμάν άπιστο παιδί» απάντησε η μάγισσα «τι είναι αυτά που ακούω, νόμιζα πως σε είχα αποκόψει από τον κόσμο αλλά εσύ με εξαπάτησες» και κατάλαβε αμέσως ότι η Ραπουνζέλ κρατούσε μυστικά. Οργισμένη πήρε τα όμορφα μαλλιά της κοπέλας και τα γύρισε δύο-τρεις φορές από το αριστερό της χέρι, άρπαξε ένα ψαλίδι με το δεξί και χρίτσι-χρίτσι της τα έκοψε. Μετά έστειλε την Ραπουνζέλ σε μια ερημιά όπου θα επιζούσε μόνο με μεγάλη δυσκολία και δυστυχία.

Την ημέρα που η μάγισσα έδιωξε την Ραπουνζέλ, έδεσε τα μαλλιά που είχε κόψει από την κοπέλα στο πόμολο και όταν ήρθε ο βασιλιάς και φώναξε:

«Ραπουνζέλ, Ραπουνζέλ! Άφησε τα μαλλιά σου.»

Άφησε να πέσουν τα μαλλιά. Το βασιλόπουλο ανέβηκε γρήγορα πάνω, αλλά αντί για την αγαπημένη του βρήκε την μάγισσα η οποία τον κοίταξε με φαρμακερό βλέμμα. «Μάλιστα» λέει ειρωνικά «ήρθες να βρεις την αγαπημένη σου, αλλά το όμορφο πουλάκι δεν είναι πια στη φωλιά του, το πήρε η γάτα που θα σου βγάλει και σένα τα μάτια σου. Για σένα η Ραπουνζέλ χάθηκε για πάντα, δεν πρόκειται να την ξαναδείς.» 

Το βασιλόπουλο έχασε την λογική του με αυτά που άκουσε και πήδηξε από τον πύργο. Από το πέσιμο δεν έχασε την ζωή του, αλλά έπεσε σε έναν θάμνο με αγκάθια που του τραυμάτισαν τα μάτια και δεν έβλεπε πια καθόλου. Έτσι τυφλός τριγυρνούσε άσκοπα στο δάσος και δεν έτρωγε τίποτε άλλο από μούρα και ρίζες και όλο έκλεγε και παραπονιόταν για τον χαμό της αγαπημένης του. Αφού περιπλανήθηκε για χρόνια έφτασε επιτέλους στην ερημιά που ζούσε φτωχικά η Ραπουνζέλ, η οποία είχε γεννήσει  στο μεταξύ δίδυμα παιδάκια ένα κορίτσι και ένα αγόρι. 

Τότε ο το βασιλόπουλο άκουσε μία φωνή που του φάνηκε πολύ γνωστή και καθώς κατευθύνθηκε προς την φωνή τον αναγνώρισε η Ραπουνζέλ που έτρεξε να τον αγκαλιάσει κλαίγοντας. Δύο από τα δάκρυά της έπεσαν στα μάτια του, που καθάρισαν αμέσως και άρχισε να βλέπει όπως και πριν. Τότε πήρε την Ραπουνζέλ και την οδήγησε στο βασίλειο του όπου τους υποδέχτηκαν με χαρά. Έτσι έζησαν για πολλά χρόνια ευτυχισμένοι και χαρούμενοι.

ΠΗΓΗ


Κάντε μας Like και στο Facebook πατώντας εδώ 
Read More »

Ένα λιοντάρι με πυρετό, μαθαίνει να μην είναι κακό! - Γιώτα Κοτσαυτη

Τίτλος: Ένα λιοντάρι με πυρετό μαθαίνει να μην είναι κακό
Συγγραφέας: Γιώτα Κοτσαύτη
ISBN: 978-618-5040-47-5

Συντελεστές
Εικονογράφηση: Έφη Σωτηρίου
Επιμέλεια, Διορθώσεις: Ηρακλής Λαμπαδαρίου
Σελιδοποίηση: Κωνσταντίνα Χαρλαβάνη
Εκδόσεις: Εκδόσεις Σαΐτα

Πνευματικά Δικαιώματα
Το βιβλίο πετάει ελεύθερα στο Διαδίκτυο από τον Δεκέμβριο του 2013 με άδεια Creative Commons. 
(Αναφορά Δημιουργού – Μη εμπορική χρήση – Όχι παράγωγα έργα 3.0 Ελλάδα)
Source: http://www.click-me.gr/psyxagogia-m/vivlia/paidika/2537-paidiko-vivlio-ena-liontari-me-pyreto-mathainei-na-min-einai-kako-giota-kotsayti.html





                                          Κάντε μας Like και στο Facebook πατώντας εδώ 
Read More »

Η Πεντάμορφη και το Τέρας


Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένα έμπορος, πολύ πλούσιος, που είχε τρεις κόρες. Η πιο όμορφη, η πιο γλυκιά και η πιο ευγενική ήταν η μικρότερη κόρη του που την έλεγαν Πεντάμορφη. 


Ο πατέρας των κοριτσιών είχε μεγάλη αδυναμία στην μικρότερή του κόρη. Φυσικά και αγαπούσε και τις άλλες δύο αν και εκείνες είχαν ένα κακό ελάττωμα, να σκέφτονται μόνο τον εαυτό τους. 

Μία μέρα, ο πατέρας έπρεπε να φύγει για ένα ταξίδι. Θα πήγαινε να παραλάβει από το πλοίο που θα ερχόταν στο λιμάνι το εμπόρευμα, στο οποίο είχε επενδύσει όλα του τα χρήματα. Όπως κάθε φορά, πριν φύγει ρώτησε τις κόρες του τι θα ήθελαν να τις φέρει στην επιστροφή του, όπως έκανε κάθε φορά. Η μεγαλύτερες κόρες του ζήτησαν μεταξωτά υφάσματα και κοσμήματα, ενώ η Πεντάμορφη του ζήτησε να προσέχει τον εαυτό του, να επιστρέψει όσο πιο γρήγορα γίνεται και ένα τριαντάφυλλο μόνο μιας και αυτό ήταν το αγαπημένο της λουλούδι. 


Ο έμπορας έφυγε από το σπίτι και μόλις έφτασε στο λιμάνι με μεγάλη του λύπη πληροφορήθηκε πως πειρατές είχαν επιτεθεί στο πλοίο και έκλεψαν τα περισσότερα εμπορεύματά του και η καταιγίδα που ξέσπασε αμέσως μετά βύθισε το πλοίο και έτσι χάθηκαν όλα τα εμπορεύματα. Ο καημένος πατέρας λυπημένος και χωρίς να ξέρει τι να κάνει μετά τη μεγάλη φουρτούνα που τον βρήκε πήρε σκεπτικός τον δρόμο της επιστροφής. 

Περπατούσε αρκετή ώρα στον δρόμο και άρχισε να βραδιάζει. Για κακή του τύχη εκεί που περπατούσε μέσα στο σκοτάδι χάθηκε και άρχισε να χιονίζει. Απελπισμένος όπως ήταν βρέθηκε μπροστά σε ένα μεγάλο κάστρο. Σκέφτηκε να μπει μέσα και να ζητήσει μία μικρή γωνιά για να ξεκουραστεί και ένα πιάτο φαγητό. Χτύπησε την πόρτα όμως δεν βγήκε κανείς για να τον υποδεχτεί. Παρατήρησε πως η πόρτα ήταν ανοιχτή, μπήκε μέσα και περπατώντας στου μεγάλους χώρους βρήκε ένα τραπέζι πλούσια στρωμένο με όλα τα καλά του κόσμου και με τόση ζέστη από τα δύο αναμμένα τζάκια που οι φλόγες ζέσταιναν καρδιές. 

Περίμενε αρκετή ώρα όμως δεν ήρθε κανείς. Εξαντλημένος και πεινασμένος όπως ήταν όλη μέρα αποφάσισε να φάει και στη συνέχεια πήγε σε ένα άλλο δωμάτιο όπου ήταν στρωμένο ένα μεγάλο κρεβάτι, με πλούσια σεντόνια και βαριά σκεπάσματα. Με τόση κούραση που είχε δεν σκέφτηκε και πολύ. Έπεσε και κοιμήθηκε γλυκά. 


Όταν ξημέρωσε και ξύπνησε ο πατέρας των τριών κοριτσιών άρχισε πάλι να ψάχνει τον ιδιοκτήτη του κάστρου για να τον ευχαριστήσει για την περίεργη φιλοξενία, αλλά πάλι δεν βρήκε κάποιον και αποφάσισε να φύγει. Βγαίνοντας προς τα έξω είδε μία υπέροχη τριανταφυλλιά και αμέσως θυμήθηκε την μικρότερή του κόρη την Πεντάμορφη. Σκέφτηκε πως τουλάχιστον θα μπορούσε να πάρει σε μία από τις κόρες του το δώρο που ζήτησε. Την ώρα που έσκυψε και έκοψε ένα τριαντάφυλλο πετάχτηκε μπροστά του ένα τεράστιο και εκνευρισμένο τέρας το οποίο άρχισε να τον φωνάζει:

-Έτσι ανταποδίδεις την φιλοξενία μου; Με το να μου κλέβεις τα αγαπημένα μου λουλούδια; 

-Συγγνώμη! Δεν ήθελα να σας κλέψω! Καταστράφηκα οικονομικά και η μικρή μου κόρη μου ζήτησε αυτό το δώρο. Σκέφτηκα πως δεν είναι κακό να πάρω ένα τριαντάφυλλο για να της το κάνω δώρο. Δεν ήθελα να σας ενοχλήσω, μάλιστα σας έψαχνα αρκετή ώρα για να σας ευχαριστήσω!

Το τέρας τον κοίταξε και είπε:

-Πάρε αυτό το σεντούκι που είναι γεμάτο όμορφους θησαυρούς. Σε 7 ημέρες όμως θα επιστρέψεις ξανά ή μόνος ή με την κόρη σου! Σε 7 ημέρες θα πληρώσεις για το κακό που μου έκανες με τη ζωή σου εκτός και αν η κόρη σου θελήσει από μόνη της να μείνει εδώ μαζί μου! Μην πιστέψεις όμως πως δεν θα τιμωρηθείς αν δεν έρθεις. Θα σε βρω και η τιμωρία θα είναι μεγαλύτερη! 

Ο έμπορος γύρισε σπίτι και άρχισε να εξιστορεί τι του συνέβη. Οι δύο μεγάλες του κόρες δεν άκουγαν καν τι έλεγε μιας και το μυαλό τους ήταν στο σεντούκι και στους θησαυρούς. Η Πεντάμορφη όμως του ζήτησε συγγνώμη για το κακό που του έκανε, που ζήτησε το τριαντάφυλλο και τον έβαλε σε τέτοιους μπελάδες. Άρχισε να επιμένει κλαίγοντας πως θα πάει μαζί του στο τέρας για να του ζητήσει να μην τιμωρηθεί ο πατέρας της. 


Έτσι και έγινε. Μετά από 7 ημέρες πήγαν στο κάστρο του τέρατος αλλά αυτό έμεινε αμετανόητο στις αποφάσεις του. Η Πεντάμορφη αποφάσισε να μείνει στο κάστρο μαζί με το τέρας παρ' όλες τις αντιρρήσεις που είχε ο πατέρας της. Με δάκρυα στα μάτια αποχαιρετίστηκαν και το τέρας που τον έβαλε στην άμαξα του έδωσε άλλο ένα σεντούκι με θησαυρούς για να τον βοηθήσει να ξαναφτιάξει την επιχείρησή του. 

Το τέρας είχε ετοιμάσει για την Πεντάμορφη ένα μεγάλο δωμάτιο, με βιβλία, πιάνο, μουσικές και κάθε μέρα της άφηνε ένα μπουκέτο με κόκκινα τριαντάφυλλα. Ήταν τόσο καλό με την Πεντάμορη που δεν την ενοχλούσε σχεδόν ποτέ με την παρουσία του. 

Έτσι η Πεντάμορφη άρχισε να σκέφτεται πως το τέρας δεν μπορεί να είναι τόσο κακό μιας και την φρόντιζε και δεν της έλειπε τίποτε. Αποφάσισε μάλιστα πως θα μπορούσαν να παίρνουν μαζί το δείπνο τους. Από εκείνη την ημέρα γευμάτιζαν μαζί η Πεντάμορφη και το τέρας. Μιλούσαν για διάφορα θέματα στο τραπέζι και το τέρας πριν πάει για ύπνο η Πεντάμορφη την ρωτούσε αν θέλει να τον παντρευτεί. Πάντα η Πεντάμορφη του απαντούσε αρνητικά και το τέρας δεν επέμενε. 


Παρόλο που φοβόταν την εμφάνισή του η Πεντάμορφη απολάμβανε την παρουσία του τέρατος και κάθε στιγμή ανακάλυπτε και άλλες αρετές του. Μια μέρα όμως νοστάλγησε την οικογένειά της και ζήτησε από το τέρας να πάει στους δικούς της. Το τέρας δεν αρνήθηκε και το μόνο που της ζήτησε ήταν να επιστρέψει το αργότερο σε 7 ημέρες. Μάλιστα της έδωσε ένα δαχτυλίδι και της είπε "όποια ώρα και να με σκεφτείς και να θέλεις να γυρίσεις κοντά μου, το δαχτυλίδι αυτό θα σε βοηθήσει να έρθεις σε εμένα". 

Έτσι έφυγε η Πεντάμορφη χαρούμενα για το σπίτι της και φορτωμένη με πολλά δώρα. Όταν το κορίτσι έφτασε στο σπίτι της βρήκε τον πατέρα της άρρωστο. Ο καημένος πατέρας δεν μπόρεσε να σηκώσει το βάρος που άφησε την αγαπημένη του κόρη με το τέρας. Οι δύο αδερφές της μάλωναν συνεχώς για την ευθύνη της φροντίδας του πατέρα, αλλά μόλις την είδα χάρηκαν πολύ γιατί έτσι θα τον φρόντιζε η μικρή τους αδερφή. Την ίδια ώρα όμως ζήλεψαν τα φορέματά της και τα στολίδια της ενώ μόλις τα χάρισε στις αδερφές της έγινε η αγαπημένη τους αδερφή. 

Η Πεντάμορφη τους μίλησε για το δαχτυλίδι και οι αδερφές τις φοβήθηκαν τόσο πολύ που θα έφευγε ξανά και φορτώνονταν τις δουλείες και τον πατέρα τους και άρχισαν να της αποσπούν την προσοχή. Της έλεγαν πως αν έφευγε θα πέθαινε ο πατέρας και οι μέρες περνούσαν. Την τελευταία ημέρα όμως η μικρή κόρη ονειρεύτηκε το τέρας. Έβλεπε στον ύπνο της το τέρας να την καλεί και πως αν δεν επέστρεφε θα πέθαινε. 

Σηκώθηκε έντρομη, μίλησε στον πατέρα της, ετοιμάστηκε και αναχώρησε για το κάστρο. Όταν μπήκε μέσα είδε το τέρας να αφήνει την τελευταία του πνοή. Τον σκότωσε η θλίψη για τον χαμό της. Η Πεντάμορφη έπεσε στην αγκαλιά του, τον φίλησε και τα δάκρυα από μάτια της έπεφταν στο πρόσωπό του, ενώ του ψιθύριζε πόσο πολύ τον αγαπάει.  

Ξαφνικά ένα λαμπερό σύννεφο κάλυψε το τέρας και η Πεντάμορφη τρόμαξε. Μετά από λίγη ώρα διαλύθηκε το σύννεφο και ένα πανέμορφο παλικάρι την κοίταζε στα μάτια με λατρεία. Αμέσως της μίλησε για την κατάρα που τον έκανε τέρας μέχρι που να βρισκόταν κάποια που θα τον αγαπούσε πραγματικά για τον εσωτερικό του κόσμο. Τέλος της είπε πόσο πολύ την αγαπούσε και πόσο μόνος ένιωθε μακριά της. 

Την ίδια αμέσως μέρα πήγαν στο σπίτι της Πεντάμορφης. Του είπαν πως δεν χρειάζεται να ανησυχεί για τίποτα γιατί θα τον έπαιρναν μαζί τους να τον φροντίσουν, ενώ οι δύο αδερφές θα έμεναν στο σπίτι μόνες τους και αν μετά από ένα χρόνο γίνονταν και αυτές αξιολάτρευτες τότε θα πήγαιναν και αυτές στον κάστρο για να τις φροντίσει το όμορφο παλικάρι. 


Ο γάμος τους ήταν ο πιο ευτυχισμένος γάμος που υπήρξε ποτέ. Απέδειξαν περίτρανα πως δεν κάνει να κρίνεις επιφανειακά τους άλλους, αλλά να κοιτάς πάντα τον εσωτερικό τους κόσμο.

ΠΗΓΗ



                                          Κάντε μας Like και στο Facebook πατώντας εδώ 
Read More »