Παρασκευή 13 Οκτωβρίου 2017

4. Ο Προμηθέας, η Πανδώρα, ο Δευκαλίωνας και η Πύρρα

     Ο Δίας μοίρασε χαρίσματα σε όλους τους θεούς μα δε νοιάστηκε πολύ για τους ανθρώπους. Όμως ο Προμηθέας, γιος του τιτάνα Ιαπετού και της Κλυμένης, επειδή αγαπούσε και λυπόταν τους ανθρώπους, ανέβηκε στον Όλυμπο κι από το εργαστήρι του Ήφαιστου έκλεψε τη φωτιά, την έβαλε μέσα σ’ ένα κούφιο καλάμι και την έδωσε στους ανθρώπους. Και τους έμαθε με τη φωτιά να λιώνουν τα μέταλλα και να φτιάχνουν εργαλεία.


     Ο Δίας τότε θύμωσε πολύ. Πήγε τον Προμηθέα σ’ ένα ψηλό βουνό, τον Καύκασο, και διέταξε να τον δέσουν πάνω σε έναν βράχο με χοντρές αλυσίδες που του έφτιαξε ο Ήφαιστος. Και κάθε μέρα έστελνε έναν αετό που του έτρωγε το συκώτι. Τριάντα χρόνια έμεινε δεμένος ο Προμηθέας στον Καύκασο, ώσπου κάποτε πέρασε από κει ο Ηρακλής και τον ελευθέρωσε.
     Αλλά ούτε και οι άνθρωποι γλίτωσαν απ’ τον θυμό του Δία. Σκέφτηκε να τους στείλει συμφορές. Γι’ αυτό διέταξε τον Ήφαιστο να φτιάξει μια γυναίκα από χώμα και νερό. Της έδωσε ζωή κι όλοι οι θεοί τής χάρισαν δώρα: η Αθηνά σοφία, η Αφροδίτη ομορφιά, ο Ερμής πονηριά κτλ. Την ονόμασαν Πανδώρα κι ο Δίας την έστειλε στη γη, δίνοντάς της ένα πιθάρι, που εκεί μέσα είχε κλείσει όλες τις συμφορές.


     Η Πανδώρα, αφού κατέβηκε στη γη, γεμάτη περιέργεια άνοιξε το πιθάρι. Χύθηκαν τότε έξω όλες οι συμφορές: το μίσος, η απάτη, ο πόλεμος, η πείνα, οι αρρώστιες. Στον πάτο όμως του πιθαριού ο Δίας είχε βάλει την Ελπίδα, που φώλιασε στις καρδιές των ανθρώπων, για να τους δίνει θάρρος και παρηγοριά να συνεχίζουν τη ζωή τους.
     Αργότερα, που οι άνθρωποι έγιναν κακοί και ανυπάκουοι, ο Δίας έκανε κατακλυσμό, για να τους εξαφανίσει. Από τον κατακλυσμό γλίτωσε μόνο ο γιος του Προμηθέα, ο Δευκαλίωνας, και η γυναίκα του η Πύρρα, που έφτιαξαν μια κιβωτό και κλείστηκαν μέσα. Η κιβωτός σταμάτησε στην κορυφή του Παρνασσού. Ο Δευκαλίωνας και η Πύρρα βγήκαν έξω και ζήτησαν από τον Δία να τους δώσει κι άλλους ανθρώπους, για να έχουν συντροφιά.
     Εκείνος τους συμβούλεψε να ρίχνουν πέτρες πίσω τους και να μη γυρίσουν να κοιτάξουν. Πράγματι, οι πέτρες που έριχνε ο Δευκαλίωνας γίνονταν άνδρες και οι πέτρες που έριχνε η Πύρρα γίνονταν γυναίκες. Η Πύρρα γέννησε ένα παιδί, τον Έλληνα. Από αυτόν καταγόμαστε όλοι εμείς οι Έλληνες.


Read More »

3. Οι Θεές του Ολύμπου

     Στον Όλυμπο κατοικούσαν και οι θεές στου Δία το παλάτι. Πρώτη ήταν η Ήρα, η γυναίκα του Δία, βασίλισσα του κόσμου. Προστάτευε τον γάμο και την οικογένεια κι ήταν πολύ ζηλιάρα.
     Η Αφροδίτη ήταν θεά της ομορφιάς. Γεννήθηκε απ’τον αφρό της θάλασσας. Ήταν μητέρα του φτερωτού θεού Έρωτα, που με τα βέλη του σημάδευε τις καρδιές των ανθρώπων.
     Η Αθηνά, η κόρη του Δία, ήταν θεά της σοφίας και των τεχνών. Πριν ακόμη γεννηθεί η Αθηνά, ο Δίας κατάπιε τη μητέρα της, τη σοφή Μήτιδα, γιατί έμαθε πως αυτή, μετά την Αθηνά, θα γεννούσε έναν θεό που θα του έπαιρνε τον θρόνο. Όταν λοιπόν ήρθε η ώρα να γεννηθεί η Αθηνά, ο Δίας διέταξε τον Ήφαιστο να του ανοίξει μ’ ένα τσεκούρι το κεφάλι. Αμέσως βγήκε απ’ το κεφάλι του πάνοπλη η Αθηνά.


     Η Δήμητρα ήταν η θεά της γεωργίας. Αυτή έμαθε τους ανθρώπους να καλλιεργούν τη γη και να σπέρνουν το σιτάρι (δημητριακά). Προστάτευε τα δέντρα κι όλα τα φυτά κι άλλαζε τις εποχές του χρόνου. Κόρη της ήταν η Περσεφόνη.
     Η Άρτεμη ήταν θεά του κυνηγιού κι αδερφή του Απόλλωνα. Όλη τη μέρα τριγύριζε στα δάση με το τόξο και τα βέλη της. Προστάτευε τα δάση κι όλα τα άγρια ζώα.
     Η Εστία ήταν η θεά του σπιτιού. Προστάτευε τα νοικοκυριά, γι’ αυτό σ’ όλα τα σπίτια υπήρχε ένας μικρός βωμός δικός της, η εστία.
     Υπήρχαν και πολλές άλλες θεότητες στη γη, όπως οι Μούσες και οι Χάριτες, οι Νύμφες και οι Μοίρες, και στη θάλασσα οι Νηρηίδες, οι κόρες του Νηρέα και πολλές άλλες.
     Οι Έλληνες λάτρευαν τους θεούς και τις θεές τους σε λαμπρούς ναούς, τους έφτιαχναν αγάλματα και βωμούς και τους πρόσφεραν δώρα και θυσίες.
Read More »

Πέμπτη 12 Οκτωβρίου 2017

Ο Αλί Μπαμπά και οι 40 Κλέφτες


 Μια φορά και ένα καιρό σε μια πόλη της Περσίας ζούσε ένας έμπορος χαλιών που είχε δύο γιους, τον Κασίμ και τον Αλί Μπαμπά. Μετά τον θάνατο του ο άπληστος Κασίμ ανέλαβε την επιχείρηση του πατέρα του ξεγελώντας τον Αλί Μπαμπά. Ο Κασίμ παντρεύτηκε μια πλούσια γυναίκα ενώ ο Αλί Μπαμπά έπρεπε να συντηρεί την γυναίκα του και τα παιδιά του. Κέρδιζε το ψωμί του κόβοντας και πουλώντας ξύλα.
     Μια μέρα ο Αλί Μπαμπά έκοβε ξύλα στο δάσος όταν ξαφνικά άκουσε καλπασμούς αλόγων. Φοβήθηκε και κρύφτηκε πίσω από τα δέντρα. Εμφανίστηκε μια ομάδα από 40 άντρες πάνω σε άλογα η οποία σταμάτησε μπροστά από ένα μεγάλο βράχο στους πρόποδες του βουνού. Ένας από τους κλέφτες που φαινόταν να είναι ο αρχηγός στάθηκε μπροστά στο βράχο και φώναξε δυνατά "Άνοιξε σουσάμι" και τότε μια πέτρα του βράχου μετακινήθηκε αποκαλύπτοντας μια σπηλιά.
     Ο Αλί Μπαμπά δεν πίστευε στα μάτια του. Οι ληστές μπήκαν μέσα στη σπηλιά μαζί με όλα όσα είχαν κλέψει και η πόρτα πίσω τους έκλεισε. Μετά από λίγο η πόρτα άνοιξε και πάλι και οι ληστές βγήκαν έξω με άδεια χέρια και αφού ανέβηκαν πάνω στα άλογα τους εξαφανίστηκαν μέσα στο δάσος.
     Ο Αλί Μπαμπά δεν μπορούσε να αντισταθεί. Στάθηκε αμέσως μπροστά στο βράχο και φώναξε "Άνοιξε σουσάμι". Η πόρτα άνοιξε όπως και πριν και ο Αλί Μπαμπά μπήκε στη σπηλιά. Παντού υπήρχαν μπαούλα γεμάτα χρυσό, ασήμι, πολύτιμους λίθους, διαμάντια και ρουμπίνια. "Θα πάρω μερικά νομίσματα" είπε. "Οι κλέφτες ούτε που θα το προσέξουν". Γέμισε ένα σάκο με νομίσματα και γύρισε στο σπίτι.
      Η γυναίκα του έμεινε έκπληκτη όταν είδε τόσο πολύ χρυσάφι. Εξήγησε στην γυναίκα του τι είχε συμβεί και αυτή αμέσως έτρεξε στο σπίτι του Κασίμ να φέρει μια ζυγαριά για να τα μετρήσουν. Η γυναίκα του Κασίμ όμως που ήταν πονηρή και περίεργη κόλλησε κερί κάτω από την ζυγαριά για να δει τι θα μετρήσουν.
     Την επόμενη ημέρα και αφού είχαν μετρήσει το χρυσάφι η γυναίκα του Αλί Μπαμπά επέστρεψε την ζυγαριά. Η γυναίκα του Κασίμ ανακάλυψε το μυστικό τους βρίσκοντας ένα χρυσό νόμισμα κολλημένο στη ζυγαριά και αμέσως ενημέρωσε τον Κασίμ για τα πλούτη του αδερφού του.

     
Ο Κασίμ ζήλεψε πολύ. Πήγε αμέσως στο σπίτι του Αλί Μπαμπά και τον ρώτησε " Αλί Μπαμπά πως είσαι αδερφέ μου. Ήρθα για να δω αν χρειάζεσαι κάποια βοήθεια από μένα". Ο Αλί Μπαμπά του απάντησε "Σε ευχαριστώ πολύ αδελφέ μου αλλά έχω αρκετά πλούτη τώρα". Ο αθώος ο Αλί Μπαμπά είπε τα πάντα στον πονηρό αδελφό του για τους κλέφτες και για την σπηλιά που είχε βρει. Του είπε ακόμα και το συνθηματικό με το οποίο άνοιγε η πόρτα της σπηλιάς.
     Την επόμενη μέρα ο Κασίμ πήρε 4 δυνατά μουλάρια και πήγε στην σπηλιά. Στάθηκε μπροστά στη πόρτα και φώναξε "Άνοιξε σουσάμι". Η πόρτα άνοιξε και ο Κασίμ δεν πίστευε στα μάτια του. Μπήκε μέσα και η πόρτα έκλεισε πίσω του. Άρχισε να γεμίζει τους σάκους του με το χρυσάφι και τα πετράδια. Ήταν όμως τόσο ενθουσιασμένος που ξέχασε το συνθηματικό για την πόρτα. Όταν ήρθε η ώρα να φύγει από την σπηλιά φώναξε "Άνοιξε κριθάρι" αλλά η πόρτα δεν μετακινήθηκε. Ξαναπροσπάθησε φωνάζοντας "Άνοιξε ψωμί" και "Άνοιξε πόρτα" αλλά μάταια. Ξαφνικά άκουσε καλπασμούς και τους κλέφτες οι οποίοι είχαν επιστρέψει. Όταν μπήκαν μέσα στην σπηλιά είδαν τον Κασίμ και αμέσως τον σκότωσαν. 

   
  Ο Αλί Μπαμπά ανησύχησε γιατί ο αδελφός του έλειπε πολλές ώρες και πήγε να τον βρει. Μπήκε μέσα στη σπηλιά και βρήκε το σώμα του νεκρού αδερφού. Το έβαλε πάνω σε ένα μουλάρι και το μετέφερε στο σπίτι. Η υπηρέτρια του Κασίμ, η  Μοργκιάνα, πρότεινε να μην πουν σε κανέναν την αλήθεια αλλά ότι ο Κασίμ είναι άρρωστος. Σε δύο μέρες είπαν στους γνωστούς ότι ο Κασίμ δεν άντεξε και πέθανε. Ο Αλί Μπαμπά ήρε την Μοργκιάνα να δουλέψει στο σπίτι του.
           Όταν οι ληστές ξαναπήγαν στη σπηλιά δεν βρήκαν το σώμα του Κασίμ και αμέσως κατάλαβαν ότι και κάποιος άλλος ξέρει το μυστικό τους. Πήγαν στο χωριό και ρωτούσαν αν πέθανε κάποιος πρόσφατα. Έμαθαν για τον Κασίμ και ότι έχει έναν αδερφό τον Αλί Μπαμπά. Το βράδυ πήγαν στο σπίτι του Αλί Μπαμπά και δεν βρήκαν κανένα. Ζωγράφισαν ένα Χ στην πόρτα του σπιτιού και αποφάσισαν να επιστρέψουν το επόμενο βράδυ. Το πρωί η Μοργκιάνα βρήκε το σημάδι στην πόρτα και κατάλαβε τι είχε συμβεί. Αμέσως ζωγράφισε το ίδιο σημάδι σε κάθε πόρτα του χωριού και έτσι όταν οι ληστές επέστρεψαν δεν μπόρεσαν να βρουν το σπίτι.
Ο αρχηγός τους εκνευρίστηκε πολύ και αποφάσισε να βρει την άλλη μέρα ο ίδιος το σπίτι του Αλί Μπαμπά. Πήρε 40 βαρέλια, γέμισε 1 βαρέλι με λάδι και στα υπόλοιπα έβαλε τους ληστές του. Το βράδυ πήγε στο σπίτι του Αλί Μπαμπά. Χτύπησε την πόρτα και του είπε "Είμαι έμπορος λαδιού και αναζητώ ένα μέρος για να περάσω το βράδυ". Ο καλόψυχος Αλί Μπαμπά του είπε ότι μπορεί να μείνει εκεί. Η Μοργκιάνα όμως είδε το δαχτυλίδι που φορούσε ο ληστής το οποίο ήταν ίδιο με ένα δαχτυλίδι που είχε φέρει ο Αλί Μπαμπά μαζί με τα νομίσματα. Όταν κοιμήθηκαν όλοι η Μοργκιάνα πήγε και χτύπησε ένα βαρέλι. Αμέσως ακούστηκε μια φωνή  "Να βγούμε αρχηγέ". Αμέσως η Μοργκιάνα πήρε το βαρέλι με το λάδι και έτρεξε στην κουζίνα. Έβρασε το λάδι, πήγε στο κελάρι όπου ήταν τα βαρέλια με τους ληστές και έριξε από μια κανατιά με το βραστό λάδι σε κάθε βαρέλι. Το πρωί ο αρχηγός άνοιξε τα βαρέλια και βρήκε τους ληστές του καμένους. Τρόμαξε τόσο που έφυγε τρέχοντας.

Ο Αλί Μπαμπά ευχαρίστησε την Μοργκιάνα που τους έσωσε και της είπε ότι πλέον ήταν μέλος της οικογένειάς του. Και όλοι μαζί έζησαν ευτυχίσμενοι για πολλά χρόνια έχοντας τα πλούτη από την σπηλιά αφού πλέον μόνο ο Αλί Μπαμπά γνώριζε το συνθηματικό.
Read More »

Τετάρτη 11 Οκτωβρίου 2017

Η Μικρή Γοργόνα ( Χανς Κρίστιαν Άντερσεν)

     
   Μια φορά και ένα καιρό στον βυθό του ωκεανού είχαν φτιάξει το βασίλειο τους κάτι παράξενα πλάσματα με ουρά ψαριού και σώμα γυναίκας που ονομάζονταν γοργόνες. Στο βασίλειο αυτό ζούσε ο βασιλιάς με τις έξι πανέμορφες κόρες του. Όταν οι γοργόνες θα γιόρταζαν τα δέκατα πέμπτα γενέθλια τους τότε θα μπορούσαν να βγούν στην στεριά για να ανακαλύψουν τον κόσμο.
     Η μικρότερη κόρη του βασιλιά ήταν πολύ περίεργη και ρωτούσε συνέχεια την γιαγιά της τι υπήρχε έξω από την θάλασσα. Η γιαγιά της της έλεγε ένα σωρό ιστορίες για του ανθρώπους και η μικρή γοργόνα βιαζόταν όλο και πιο πολύ να βγει έξω και να γνωρίσει τον κόσμο.
     Όταν λοιπόν η μικρή γοργόνα έγινε 15 της επέτρεψαν να κολυμπήσει στην επιφάνεια της θάλασσας.  Όταν έφτασε στην επιφάνεια είδε ένα πλοίο με έναν όμορφο πρίγκιπα και τον ερωτεύτηκε. 


     Ξαφνικά ξέσπασε μεγάλη καταιγίδα και η μικρή γοργόνα έσωσε τον πρίγκιπα από βέβαιο πνιγμό μεταφέροντας τον αναίσθητο στην ακτή κοντά σε ένα ναό. Πριν προλάβει όμως να ξυπνήσει ο πρίγκιπας η μικρή γοργόνα είχε εξαφανιστεί.
   Μόλις η μικρή γοργόνα επέστρεψε στο βυθό ρώτησε την γιαγιά της αν οι άνθρωποι μπορούν να ζήσουν για πάντα και αν μπορούν να αναπνεύσουν μέσα στο νερό. Η γιαγια της της εξήγησε ότι οι άνθρωποι δεν μπορούν να αναπνεύσουν μέσα τσο νερό και ότι έχουν πολύ μικρότερη διάρκεια ζωής από τα 300 χρόνια που ζουν οι γοργόνες.
   Η μικρή γοργόνα όμως που αγαπούσε τον πρίγκιπα, επισκέφθηκε την Μάγισσα της Θάλασσας. Η μάγισσα της είπε ότι μπορεί να της δώσει ένα μαγικό φίλτρο που θα την έκανε άνθρωπο, σε αντάλλαγμα όμως ζητούσε τη φωνή της μικρής γοργόνας.


    Η μικρή γοργόνα αφού δέχτηκε ήπιε το μαγικό φίλτρο. Ξαφνικά η ουρά της εξαφανίστηκε και στην θέση της εμφανίστηκαν δύο μακριά πόδια. Το μόνο που ήθελε τώρα ήταν να βρεί ξανά τον πρίγκιπά της. 
   Ο δρόμος την έβγαλε στο κάστρο του πρίγκιπα. Μόλις την αντίκρισαν όλοι έμειναν άφωνοι από την ομορφιά της και τη χάρη της. Όταν η μικρή γοργόνα συνάντησε τον πρίγκιπα προσπάθησε να συστηθεί όμως δεν μπορούσε να αρθρώσει ούτε μια λέξη. 
    Λυπημένη έφυγε από το κάστρο. Δεν μπορούσε ούτε να εκφράσει τα συναισθήματα της στον πρίγκιπα αλλά ούτε και να γυρίσει στο σπίτι της στον βυθό αφού τώρα πια ήταν άνθρωπος. 
    Οι άδελφές της βλέποντας την λυπήθηκαν τόσο πολύ που πήγαν να συναντήσουν την Μάγισσα. Ύστερα από πολλά ζόρια κατάφεραν να την πείσουν αν δώσει ξανά στην αδερφή τους την χαμένη της φωνή. 
      Αμέσως η μικρή κοπέλα άρχισε να τραγουδά. Ο πρίγκιπας αν και βρισκόταν μακριά έτρεξε αμέσως να την βρει. Αν και προέρχονταν από διαφορετικούς κόσμους οι δυο νέοι παντρεύτηκαν και έζησαν για πάντα μαζί αγαπημένοι


Read More »

Κυριακή 8 Οκτωβρίου 2017

2. Οι θεοί του Ολύμπου

     Ψηλά στον Όλυμπο κατοικούσαν οι δώδεκα αθάνατοι θεοί σ’ ένα λαμπρό παλάτι. Έπιναν νέκταρ κι έτρωγαν αμβροσία. Από εκεί ψηλά κυβερνούσαν τους ανθρώπους.
     Ο Δίας ή Ζευς ήταν αρχηγός των θεών και των ανθρώπων. Ήταν θεός του ουρανού, που μάζευε τα σύννεφα κι έστελνε τη βροχή στη γη. Κρατούσε αστροπελέκια και τα έριχνε, όταν ήταν θυμωμένος. Λεγόταν και Ξένιος Ζευς, γιατί προστάτευε τους ξένους.
     Ο Ποσειδώνας ήταν ο θεός της θάλασσας. Είχε ένα λαμπρό παλάτι στον βυθό και ζούσε εκεί με τη γυναίκα του, την Αμφιτρίτη. Όταν θύμωνε, χτυπούσε με τη φοβερή του τρίαινα τη θάλασσα και σήκωνε κύματα θεόρατα.
     Ο Απόλλωνας ήταν θεός της μουσικής, της μαντικής και του φωτός. Γεννήθηκε μαζί με την αδερφή του την Άρτεμη στη Δήλο κάτω από έναν φοίνικα. Εκεί είχε καταφύγει η μητέρα τους, η Λητώ, κυνηγημένη από τη ζηλιάρα Ήρα.


     Ο Ήφαιστος ήταν θεός της φωτιάς και των μετάλλων και κύριος των ηφαιστείων. Σε μια σπηλιά στον Όλυμπο είχε το εργαστήρι του, όπου έλιωνε τα μέταλλα κι έφτιαχνε πράγματα περίτεχνα. Ήταν κουτσός, γιατί κάποτε ο Δίας θύμωσε και τον πέταξε απ’ την κορφή του Ολύμπου στη Λήμνο κι έτσι χτύπησε το πόδι του.
     Ο Ερμής ήταν ο αγγελιοφόρος των θεών. Φορούσε φτερωτά σανδάλια, που τον έφερναν πάνω από στεριές και θάλασσες, για να μεταφέρει τις παραγγελίες του Δία. Ήταν και θεός του εμπορίου. Αυτός συνόδευε και τις ψυχές των νεκρών στον κάτω κόσμο.
     Ο Άρης ήταν θεός του πολέμου, σκληρός και μαχητικός. Φορούσε πάντα πανοπλία, κρατούσε όπλα και συχνά σκόρπιζε τον τρόμο στους ανθρώπους.
      Υπήρχαν κι άλλοι πολλοί θεοί, όπως ο Πλούτωνας, ο θεός των νεκρών και του κάτω κόσμου. Ζούσε στον Άδη με την Περσεφόνη, τη γυναίκα του.
     Ο Διόνυσος, που ήταν θεός του αμπελιού και του κρασιού και του άρεσαν τα γλέντια και οι γιορτές.
Read More »

1. Η Τιτανομαχία

     Στην αρχή υπήρχε μόνο το Χάος. Πυκνό σκοτάδι σκέπαζε τα πάντα, ώσπου από το χάος γεννήθηκε η Γη κι από τη Γη τα βουνά, η θάλασσα και μετά ο Ουρανός με τον ήλιο, το φεγγάρι και τ’ αστέρια. Τότε ο Ουρανός και η Γη ενώθηκαν και γέννησαν τους Τιτάνες.
      Μα ο Ουρανός φοβόταν πως κάποιο από τα παιδιά του θα έπαιρνε τον θρόνο του. Γι’ αυτό τα έκλεισε όλα στα βάθη της Γης. Όμως ο γιος του, ο Κρόνος, ο πιο δυνατός από τους Τιτάνες, τον νίκησε κι έγινε αυτός όλου του κόσμου αρχηγός. Παντρεύτηκε τη Ρέα και γέννησαν τρεις θεές και τρεις θεούς: την Ήρα, την Εστία και τη Δήμητρα, τον Πλούτωνα, τον Ποσειδώνα και τον Δία.


     Μα κι ο Κρόνος φοβόταν πως κάποιο απ’ τα παιδιά του θα έπαιρνε τον θρόνο του. Γι’ αυτό, όταν γεννιόνταν, τα κατάπινε. Απελπισμένη η Ρέα πήγε και γέννησε το έκτο της παιδί, τον Δία, σε μια σπηλιά, σ’ ένα βουνό της Κρήτης. Έκρυψε το παιδί εκεί. Το φρόντιζαν οι Νύμφες κι έπινε το γάλα μιας κατσίκας, της Αμάλθειας. Στον Κρόνο έδωσε να καταπιεί μια φασκιωμένη πέτρα.
     Όταν ο Δίας μεγάλωσε, πάλεψε με τον Κρόνο και τον ανάγκασε να βγάλει τα πέντε αδέρφια του που είχε καταπιεί. Άρχισε τότε ένας πόλεμος. Από τη μια οι Τιτάνες κι από την άλλη οι θεοί. Δέκα χρόνια κράτησε η Τιτανομαχία. Νίκησαν οι θεοί και τους Τιτάνες τους έριξαν στα Τάρταρα.
     Μετά οι θεοί πάλεψαν με τους Γίγαντες. Η Γιγαντομαχία κράτησε πολύ καιρό. Νίκησαν όμως και πάλι οι θεοί. Έτσι, ο Δίας έγινε κυρίαρχος όλου του κόσμου. Παντρεύτηκε την Ήρα και, μαζί με τα παιδιά του και τ’ αδέρφια του, εγκαταστάθηκε στον Όλυμπο.

Read More »

Δευτέρα 19 Ιουνίου 2017

Η πριγκίπισσα και το ρεβύθι (Χανς Κρίστιαν Άντερσεν)

Mια φορά κι έναν καιρό ζούσε σ'ένα μακρινό βασίλειο ένας όμορφος πρίγκιπας με τη μητέρα του τη βασίλισσα. Είχε φτάσει πια ο καιρός να παντρευτεί αλλά εκείνος ήθελε για γυναίκα του μόνο μια αληθινή πριγκίπισσα. 

Έψαχνε παντού αλλά καμιά από τις κοπέλες που συναντούσε δεν ήταν πραγματική πριγκίπισσα. Ένα βράδυ είχε ξεσπάσει μια απαίσια καταιγίδα.   

Όλοι στο παλάτι είχαν κουκουλωθεί κάτω από τα κρεβάτια τους και άκουγαν τα μπουμπουνητά και έβλεπαν τις αστραπές από τα παράθυρα τους. Ο πρίγκιπας ετοιμαζόταν να πάει για ύπνο όταν άκουσε χτυπήματα στην πόρτα του παλατιού.

-Ποίος να γυρίζει έξω μια τόσο βροχερή νύχτα; σκέφτηκε και πήγε να ανοίξει την πόρτα. 

Μπροστά του παρουσιάστηκε μια πανέμορφη πριγκίπισσα, αλλά φαντάζεστε σε τι κατάσταση. Ήταν μούσκεμα, το νερό έτρεχε από τα ρούχα της και τα γοβάκια της ήταν γεμάτα λάσπες... 

«Είμαι μια-αψιού! - πραγματική πριγκίπισσα και χάθηκα-αψιού! - στην καταιγίδα!»

Την έβαλαν μέσα, της έδωσαν ζεστά ρούχα και η πριγκίπισσα τους είπε την ιστορία της. Πως είχε χαθεί στο δάσος όταν άρχισε η καταιγίδα και πως ήταν μια στ'αλήθεια μια πραγματική πριγκίπισσα. 



«Αυτό θα το δούμε», 

είπε η βασίλισσα και πήγε να ετοιμάσει το δωμάτιο της κοπέλας. Έβαλε στο κρεβάτι της είκοσι στρώματα και από πάνω αλλά είκοσι πουπουλένια. Της έβαλε και δέκα μαξιλάρια και μεταξωτά σεντόνια. Αλλά κάτω από τα στρώματα έβαλε ένα μικρό ρεβίθι!

Όταν η πριγκίπισσα πήγε να ξαπλώσει το κρεβάτι ήταν τόσο ψηλό που χρειαζόταν σκάλα για να ανέβει! 

«Έβαλα όλα αυτά τα στρώματα για να αισθάνεσαι πιο βολικά», 

της είπε η βασίλισσα και την καληνύχτισε. Το επόμενο πρωί η βασίλισσα τη ρώτησε αν κοιμήθηκε καλά. Η  πριγκίπισσα δίστασε για λίγο αλλά της απάντησε με ειλικρίνεια.

-Το δωμάτιο μου ήταν πολύ όμορφο,τα σεντόνια πολύ απαλά και τα μαξιλάρια πολύ αφράτα. Αλλά... το κρεβάτι ήταν πολύ σκληρό. Ένιωθα σαν να κοιμόμουν πάνω σε πέτρες. Όλο το βράδυ δεν κατάφερα να κοιμηθώ και σήμερα το πρωί ήμουν γεμάτη μελανιές. Πέρασα μια πολύ άσχημη νύχτα. 

Τότε η βασίλισσα και ο πρίγκιπας κατάλαβαν πως η κοπέλα ήταν  μια αληθινή πριγκίπισσα.

Μόνο μια αληθινή πριγκίπισσα θα μπορούσε να είναι τόσο ευαίσθητη ώστε να ενοχληθεί από ένα τόσο δα ρεβίθι κάτω από είκοσι  στρώματα και άλλα τόσα πουπουλένια.

Κι ο πρίγκιπας αποφάσισε να την παντρευτεί όχι μόνο γιατί ήταν μια πραγματική πριγκίπισσα αλλά και γιατί την είχε ερωτευτεί από την πρώτη στιγμή που την είδε και εκείνη το ίδιο. 


Ο γάμος τους γιορτάστηκε με χαρές και πανηγύρια και κράτησε 3 μέρες και 3 νύχτες.

Και αν ταξιδέψετε ποτέ κι αποφασίσετε να πάτε στο παλάτι του πρίγκιπα ζητήστε να δείτε τη κάμαρα της πριγκίπισσας. Εκεί ακόμη και σήμερα βρίσκεται πάνω σε ένα πουπουλένιο μαξιλάρι το μικρό ρεβίθι.



Κάντε μας Like και στο Facebook πατώντας εδώ 
Read More »

Παρασκευή 16 Ιουνίου 2017

Η Μυρσίνη και η ροδιά η ευλογημένη - Σοφία Πολίτου-Βέρβερη

Τίτλος: Η Μυρσίνη και η ροδιά η ευλογημένη
Συγγραφέας: Σοφία Πολίτου-Βερβέρη
ISBN: 978-618-5040-43-7

Συντελεστές
Εικονογράφηση: Vivi Markatos
Επιμέλεια, Διορθώσεις: Δέσποινα Γεωργαντά
Σελιδοποίηση: Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης
Σύνθεση εξωφύλλου: Ηρακλής Λαμπαδαρίου

Πνευματικά Δικαιώματα
Το βιβλίο πετάει ελεύθερα στο Διαδίκτυο από τον Νοέμβριο του 2013 με άδεια Creative Commons. 
(Αναφορά Δημιουργού – Μη εμπορική χρήση – Όχι παράγωγα έργα 3.0 Ελλάδα)
Source: http://www.click-me.gr/psyxagogia-m/vivlia/paidika/2539-paidiko-vivlio-i-myrsini-kai-i-rodia-i-evlogimeni-sofia-politou-ververi.html






Κάντε μας Like και στο Facebook πατώντας εδώ 
Read More »

Η Λίμνη των Κύκνων

Μια φορά κι έναν καιρό, αρκούσε να έχεις ένα μαγικό φίλτρο ή να γνωρίζεις κάποιο ξόρκι για να μεταμορφώσεις έναν άνθρωπο σε δένδρο, σε πέτρα ή ακόμα και σε ζώο. Τον καιρό εκείνο ζούσε ένας πρίγκιπας. Ήταν ακόμα πολύ νέος και πίστευε ότι σκοπός της ζωής είναι μόνο οι διασκεδάσεις.
Περνούσε λοιπόν τις μέρες του με ονειροπόληση και παιχνίδια, και τις νύχτες του με χορούς και με τραγούδια. Ο πρίγκιπας ήταν πολύ ευτυχισμένος και δεν είχε καμιά επιθυμία να αλλάξει κάτι στη ζωή του. Το βράδυ πριν τα γενέθλια των δεκαοχτώ του χρόνων, ο πρίγκιπας προσκάλεσε τους φίλους του σε μια γιορτή. Άρχισαν να χορεύουν κάτω από τα δέντρα στον κήπο του παλατιού, μαζί με τις κοπέλες από το διπλανό χωριό. Αλλά η μητέρα του πρίγκιπα δεν ήταν καθόλου ευχαριστημένη.

«Αγαπημένε μου γιε» του είπε «πού θα καταλήξουν όλα αυτά; Ήδη από αύριο θα είσαι ενήλικος, και δεν έχεις καταφέρει ακόμα να βρεις ένα κορίτσι να παντρευτείς! Αύριο κιόλας θα δώσουμε έναν επίσημο χορό στο παλάτι και θα καλέσουμε πολλές πριγκίπισσες. Έτσι, θα διαλέξεις μια από αυτές για να την παντρευτείς».
Ο πρίγκιπας ξαφνιάστηκε από τα λόγια της μητέρας του, αλλά δεν ανησύχησε. «Το αύριο είναι ακόμα μακριά» είπε στον εαυτό του. «Δε θα το αφήσω να μου χαλάσει τη σημερινή βραδιά».
Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε ένα θρόισμα στον αέρα, καθώς ένα σμήνος από αγριόκυκνους πέταξε πάνω από τα κεφάλια των καλεσμένων.

«Ελάτε» είπε ο πρίγκιπας στους φίλους του «πάμε να κυνηγήσουμε!».
Οπλισμένοι με τόξα και βέλη, άρχισαν να κυνηγούν τα μεγάλα πουλιά, ρίχνοντας τα βέλη τους στον ουρανό, αλλά δεν μπορούσαν να προφτάσουν τους αγριόκυκνους, που τα φτερά τους έλαμπαν στο σκοτάδι. Σε λίγο ο πρίγκιπας ένιωσε μια ζάλη και, ενώ οι φίλοι του συνέχιζαν το κυνήγι, αυτός έμεινε πίσω για να ξαποστάσει πλάι στη λίμνη.


Έξαφνα, σαν από μια αστραπή, η λίμνη λούστηκε με ένα έντονο φως και μπροστά στον πρίγκιπα εμφανίστηκε η πιο όμορφη γυναίκα που είχε ποτέ του δει.
«Ποια είσαι;» ρώτησε αυτός. Στο άκουσμα της φωνής του η γυναίκα αναπήδησε και κοίταξε φοβισμένη το τόξο και τα βέλη. Μόνο όταν ο πρίγκιπας τα ακούμπησε δίπλα του άρχισε να μιλάει.

«Είμαι η Βασίλισσα των Κύκνων» είπε. «Είμαι ο κύκνος που προσπάθησες να σκοτώσεις». «Πώς είναι δυνατόν!» ρώτησε ο πρίγκιπας. Τότε εκείνη του διηγήθηκε την τραγική ιστορία της.

Ένας μοχθηρός μάγος μεταμόρφωσε εκείνη και τις φίλες της σε κύκνους. Κάθε βράδυ τα μεσάνυχτα μπορούσε να πάρει την ανθρώπινη μορφή της ξανά, αλλά με το ξημέρωμα γινόταν πάλι κύκνος.

«Μόνο ένα πράγμα μπορεί να με ελευθερώσει από τα μάγια» αναστέναξε. «Η αληθινή αγάπη!».
«Τότε, όλα είναι εντάξει» είπε ο πρίγκιπας γονατίζοντας μπροστά της «γιατί σε αγαπώ αληθινά. Εσένα μόνο και καμιάν άλλη».
Δεν πρόλαβε να τελειώσει τα λόγια του, και μια κουκουβάγια πέρασε φτερουγίζοντας από πάνω τους. Ήταν ο ίδιος ο κακός μάγος, που είχε πάρει τη μορφή κουκουβάγιας για να κρυφακούσει το ζευγάρι. Ο πρίγκιπας παρακάλεσε τη Βασίλισσα των Κύκνων να έρθει στο χορό του παλατιού την επόμενη μέρα, για να μπορέσει να την παρουσιάσει σαν γυναίκα του.

Χαρούμενη εκείνη, δέχτηκε και έμειναν μαζί ως την αυγή κρατώντας ο ένας το χέρι του άλλου. Καθώς ο ήλιος πλησίαζε να ανατείλει, μια παρέα λευκοντυμένων κοριτσιών έτρεξε κοντά τους. Κατάπληκτος ο πρίγκιπας, τις παρακολούθησε να μεταμορφώνονται σε κύκνους και να πετούν μακριά.


Την επομένη το βράδυ, στο παλάτι όλα ήταν έτοιμα για το μεγάλο χορό. Οι καλεσμένοι φορούσαν τα καλύτερα φορέματά τους και όλες οι πριγκίπισσες είχαν βάλει τα δυνατά τους να δείχνουν όσο πιο όμορφες γίνεται. Απόψε ο πρίγκιπας θα διάλεγε τη γυναίκα του και καθεμιά ήθελε να είναι αυτή η τυχερή. Ο πρίγκιπας στεκόταν πλάι στη μητέρα του με χλωμό πρόσωπο και χαιρετούσε τους καλεσμένους. Όλο και περισσότερες πριγκίπισσες παρουσιάζονταν μπροστά του. Η καθεμιά τους χόρευε γι' αυτόν, αλλά ο πρίγκιπας το έβρισκε πολύ κουραστικό. Μετά από κάθε χορό η μητέρα του τον ρωτούσε «λοιπόν, γιε μου;», αλλά αυτός σκεφτόταν μόνο τη Βασίλισσα των Κύκνων.

«Επιτέλους, επιτέλους ήρθες» φώναξε ο πρίγκιπάς μας κι έτρεξε στην πανέμορφη κοπέλα και της φίλησε τα χέρια. Όμως αυτή είχε κάτι το διαφορετικό. Το μαύρο φόρεμά της και το υπεροπτικό παρουσιαστικό της τον ξένισαν προς στιγμήν, παρ' όλα αυτά όμως, γύρισε στη μητέρα του και είπε δυνατά: «Αυτή είναι η γυναίκα που αγαπώ και θα την αγαπώ για πάντα. Αυτή μόνο και καμιάν άλλη».


Η ηχώ από τα λόγια του δεν είχε ακόμα καταλαγιάσει, όταν η μεγάλη πόρτα άνοιξε ξανά. Μια γυναίκα με ένα πανέμορφο λευκό φόρεμα εμφανίστηκε. Ήταν η Βασίλισσα των Κύκνων. Αλίμονο, τα είχε δει όλα. Ο πρίγκιπας, που χθες μόλις της ομολόγησε την αιώνια αγάπη του, κρατούσε μιαν άλλη στην αγκαλιά του! Προδομένη, η Βασίλισσα των Κύκνων έφυγε τρέχοντας από το παλάτι.
Αμέσως ο πρίγκιπας κατάλαβε ότι τον είχαν ξεγελάσει. Η γυναίκα που κρατούσε στα χέρια του ήταν μια ξένη, που τίποτα πάνω της δεν του θύμιζε την πραγματική του αγάπη. Και, κοιτώντας καλύτερα, παρατήρησε ότι ο πατέρας της έμοιαζε κάπως με κουκουβάγια. Ο Μαύρος Πρίγκιπας ήταν ο ίδιος ο μοχθηρός μάγος! Ο πρίγκιπας έτρεξε με αγωνία πίσω από την αγαπημένη του Βασίλισσα των Κύκνων. Φοβήθηκε μη χαθούν όλα, έλπιζε όμως να βρει έναν τρόπο να τη σώσει.


Γεμάτος λύπη και θυμό, έτρεξε προς το σκοτεινό δάσος της λίμνης. Κι εκεί τη βρήκε, μαζί με τις φίλες της. Αυτές, όταν τον είδαν να πλησιάζει, σχημάτισαν έναν κύκλο γύρω από τη Βασίλισσά τους, για να την προστατέψουν. Τι σου είναι όμως η αγάπη!
Δευτερόλεπτα πριν, η Βασίλισσα των Κύκνων θρηνούσε για την απιστία του πρίγκιπά της και ορκιζόταν να τον ξεχάσει για πάντα. Και τώρα έτρεχε σ' αυτόν με ανοιχτή αγκαλιά!

«Θα μείνω στο πλευρό σου, ό,τι κι αν γίνει» είπε ο πρίγκιπας. «Η αγάπη μου για σένα είναι πιο δυνατή από οτιδήποτε άλλο. Κανένας κίνδυνος δεν μπορεί να με φοβίσει».
Δεν πρόλαβε να τελειώσει τα λόγια του και μεγάλα κύματα εμφανίστηκαν στην επιφάνεια της λίμνης. Το νερό πλημμύριζε την όχθη όλο και πιο ψηλά, παρασύροντας τη Βασίλισσα των Κύκνων μέσα στη λίμνη. Η δύναμη του μοχθηρού μάγου ήταν πολύ μεγάλη. Μεγαλύτερη όμως είναι η δύναμη της αγάπης...

Μερικοί πιστεύουν πως ο πρίγκιπας μονομάχησε με το μάγο και τον σκότωσε. Άλλοι επιμένουν ότι ο πρίγκιπας έπεσε στη λίμνη με την αγαπημένη του και πνίγηκαν μαζί. Άλλοι, πάλι, είναι σίγουροι ότι ζουν μαζί στο βυθό της λίμνης σ' έναν παράδεισο, ευτυχισμένοι.

Η αλήθεια όμως είναι ότι ο πρίγκιπας έσωσε τη Βασίλισσα των Κύκνων από την πλημμύρα του μάγου, κι έτσι έσβησαν τα κακά μάγια. Ο πρίγκιπας παρουσίασε την αληθινή του αγαπημένη στη μητέρα του και πολύ σύντομα παντρεύτηκαν. Οι παράνυμφοι δεν ήθελαν να φορέσουν τα λευκά πλουμιστά φορέματα που συνηθίζονται σ" αυτές τις περιπτώσεις – μπορούμε να τις κατηγορήσουμε γι' αυτό; Αντίθετα, φόρεσαν πράσινα και η νύφη ένα κομψό μεταξένιο φόρεμα, με χρώμα ροζ πολύ απαλό. Ο πρίγκιπας και η πριγκίπισσα έζησαν μαζί χρόνια πολλά και πέρασαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.





Κάντε μας Like και στο Facebook πατώντας εδώ 
Read More »

Ματή, το μαγικό ψιθύρισμα - Θεοφάνης Θεοφάνους

Τίτλος: Ματή, το μαγικό ψιθύρισμα
Συγγραφέας: Θεοφάνης Θεοφάνους
ISBN: 978-618-5040-46-8

Συντελεστές
Εικονογράφηση: Ραφαέλα Φαντασία
Επιμέλεια, Διορθώσεις: Ηρακλής Λαμπαδαρίου
Σύνθεση εξωφύλλου: Θεοφάνης Θεοφάνους
Σελιδοποίηση: Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης
Εκδόσεις: Εκδόσεις Σαΐτα

Πνευματικά Δικαιώματα
Το βιβλίο πετάει ελεύθερα στο Διαδίκτυο από τον Δεκέμβριο του 2013 με άδεια Creative Commons. 
(Αναφορά Δημιουργού – Μη εμπορική χρήση – Όχι παράγωγα έργα 3.0 Ελλάδα)





Κάντε μας Like και στο Facebook πατώντας εδώ 
Read More »

Μύθοι του Αισώπου - Η Καλιακούδα και τα Περιστέρια


Ξέρετε τις καλιακούδες; Είναι μεγαλόσωμα μαύρα πουλιά με άγρια , αντιπαθητική φωνή. Αναζητούν την τροφή τους στα φρεσκοοργωμένα και σπαρμένα χωράφια. Οι χωρικοί όμως τα διώχνουν με κάθε τρόπο γιατί τους κάνουν μεγάλη ζημιά.
Κάποτε λοιπόν ήταν μια καλιακούδα που παιδευόταν να βρει τροφή στα χωράφια. Δεν ήταν εύκολο. Οι χωρικοί της έστηναν παγίδες και σκιάχτρα. Ήταν πάντα φοβισμένη κι έμενε συνήθως μισοπεινασμένη.
Μια μέρα, καθώς πετούσε, βρέθηκε πάνω από έναν περιστερώνα. Ένα μικρό χαριτωμένο σπιτάκι όπου μπαινόβγαιναν δεκάδες περιστέρια, λευκά, γκρίζα, γκριζογάλανα. Ήταν ήρεμα κι ευτυχισμένα γιατί ο κύριός τους αδιάκοπα τα φρόντιζε. Κάθε μέρα τους πρόσφερε άφθονο καλαμπόκι κι άλλους σπόρους και διατηρούσε καθαρό το σπιτάκι τους. Χωρίς να κοπιάζουν απολάμβαναν χορτάτα και ασφαλή τη ζωή τους.
Πόσο ζήλεψε η καλιακούδα! Πόσο θα ήθελε να μπει στην παρέα τους και να ξενοιάσει μια και καλή από την αγωνία της για την καθημερινή τροφή της!  Όταν όμως κοίταξε το κατάμαυρο φτέρωμά της, κατάλαβε πως δεν θα την δέχονταν με κανέναν τρόπο κοντά τους. Πέταξε μακριά απογοητευμένη, αλλά δεν έβγαλε από το μυαλό της την εικόνα των περιστεριών.
Λίγες μέρες αργότερα όμως, μια καταπληκτική ευκαιρία της παρουσιάστηκε. Βρέθηκε στην αυλή ενός σπιτιού που το ασβέστωναν. Ο κάτασπρος ασβέστης μέσα στο δοχείο της θύμισε τα άσπρα φτερά των περιστεριών. Μια λαμπρή ιδέα άστραψε στο μυαλουδάκι της! Περίμενε με υπομονή να απομακρυνθεί ο τεχνίτης που έβαφε και, χωρίς καθυστέρηση και δεύτερη σκέψη, βούτηξε στο δοχείο. Oχ! Κόντεψε να σκάσει, δεν μπορούσε να πάρει ανάσα. Έντρομη κατάλαβε πως κινδύνευε να μείνει  εκεί, μες στον ασβέστη, και να τελειώσει τη ζωή της, αλλά έβαλε όλο της το πείσμα και τη δύναμη και κατάφερε να πετάξει και να βγει. Πήρε βαθιές ανάσες ώσπου να συνέλθει, τίναξε τα φτερά της και … δεν πίστευε στα μάτια της! Είχε γίνει κατάλευκή! Ήταν ολόιδια με τα περιστέρια!
Δεν καθυστέρησε καθόλου. Πέταξε ενθουσιασμένη και πολύ γρήγορα βρέθηκε στον περιστερώνα να μπαινοβγαίνει στις μικρές πορτούλες του μαζί με τ’ άλλα περιστέρια και να τσιμπολογάει τα σποράκια που απλόχερα τα τάιζε ο κύριός τους. «Αχ! Αυτή είναι ζωή! Τι καλοπέραση! Τι ευτυχία!».  Τα περιστέρια ούτε που την κατάλαβαν ούτε που την ξεχώρισαν.
Για λίγον καιρό όλα κυλούσαν ήρεμα. Η καλιακούδα μας γέμιζε εύκολα το στομάχι της και δεν έβγαζε άχνα από το στόμα της, γιατί ήξερε πολύ καλά πως η άγρια φωνή της θα την πρόδιδε. Κάποια στιγμή όμως ξεχάστηκε. Είχε τόση ανάγκη να μιλήσει σε κάποιον!  «Τι όμορφα που είναι!», ξεστόμισε, αλλά  η άγρια αντιπαθητική κρωξιά της έκανε όλα τα περιστέρια να τρομάξουν και να μαζευτούν γύρω της. Άρχισαν να την κοιτούν περίεργα και γρήγορα κατάλαβαν πως ήταν διαφορετική: «Μα τι πουλί είν’ αυτό; Πώς βρέθηκε ανάμεσά μας; Πώς δεν το προσέξαμε νωρίτερα;», αναρωτιούνταν. «Σίγουρα δεν είναι περιστέρι! Είναι κατάσκοπος! Θα μας κάνει κακό! Εμπρός να το διώξουμε!». Με θυμό όρμησαν επάνω της, την τσιμπούσαν όλα μαζί, την έσπρωχναν. Την ανάγκασαν να φύγει κακήν κακώς από τον περιστερώνα.
Τι να κάνει η καλιακούδα μας! Ταπεινωμένη έφυγε μακριά. Πού να πάει τώρα; Ξαναγύρισε στα χωράφια και στις αδελφές της, τις άλλες καλιακούδες. Αλλά … δυστυχώς την περίμενε κι άλλη πίκρα κι απογοήτευση. Εκείνες βλέποντάς την άσπρη δεν την αναγνώρισαν. Νόμισαν πως ήταν ένα ξένο πουλί. Πέταξαν δίπλα της κι άρχισαν κι αυτές να την τσιμπούν και να την διώχνουν. Μάταια προσπαθούσε να τις εξηγήσει τι είχε συμβεί. Πως μπορεί το φτέρωμά της να ήταν άσπρο, αλλά αυτή ήταν η φίλη τους, η συγγενής τους, η αδελφή τους… Δεν ήθελαν ν’ακούσουν τίποτα. Την ανάγκασαν να φύγει μακριά.
Έτσι η καλιακούδα μας, μόνη και χιλιοπικραμένη, πέταξε προς το βουνό, όπου την περίμενε μια ζωή ακόμα πιο δύσκολη κι επικίνδυνη. Έχασε και τους σπόρους των χωραφιών, έχασε και τις φίλες της και τώρα πια κινδύνευε πολύ από τα δυνατά πουλιά, το γεράκι και τον αετό που έκαναν απειλητικούς γύρους πάνω απ’το κεφάλι της. Μετανιωμένη έλεγε και ξανάλεγε:
«Δεν μού ‘φθαναν τα λίγα, ζητούσα πιο πολλά.
Τώρα γυρίζω μόνη, με άδεια την κοιλιά».
Η ιστορία της καλιακούδας μας δυο σοφές συμβουλές μας δίνει:
Δεν πρέπει να κυνηγάμε τα πολλά με κάθε τρόπο, με κάθε τίμημα. Ας αρκούμαστε μ΄ ευγνωμοσύνη στα λιγότερα, αυτά που μας χάρισε ο Θεός. Κι ας φεύγουμε μακριά απ’ την πλεονεξία που θα μας ρίξει σίγουρα στη δυστυχία.
Αλλά και να μην αρνούμαστε τη γενιά μας, τις ρίζες μας, την οικογένειά μας. Γιατί οι ξένοι πολύ εύκολα μας γυρίζουν την πλάτη και μας φέρονται με σκληρότητα. Η οικογένειά μας, οι δικοί μας άνθρωποι είναι το καταφύγιό μας.
 Απόδοση: Σταυρούλα Κουμενίδου



Κάντε μας Like και στο Facebook πατώντας εδώ 
Read More »

Μύθοι του Αισώπου - Η Αλεπού και ο Τράγος


Κάποτε μια αλεπού τριγυρνούσε νύχτα σ΄ένα χωριουδάκι αναζητώντας τροφή σε κανένα κοτέτσι. Μες στο σκοτάδι όμως γλίστρησε κι έπεσε σ΄ένα αφύλαχτο πηγάδι. Μέχρι να ξημερώσει έκλαιγε απαρηγόρητη για το πάθημά της κι απελπισμένη για τη σωτηρία της.
Το πρωί ένας τράγος, που ‘χε ξεφύγει απ’το κοπάδι του, διψασμένος έσκυψε στο στόμιο του πηγαδιού.
«Πολύ βαθύ το βλέπω», μουρμούρισε στενoχωρημένος.
Η αλεπού αμέσως συνέλαβε μια έξυπνη ιδέα. «Φίλε μου, το νερό είναι δροσερό και θα το ευχαριστηθείς πολύ. Πήδα, πιες κι ύστερα ανεβαίνουμε μαζί».
Ο άμυαλος τράγος έπεσε στην παγίδα της αλεπούς. Στο λεπτό δίνει έναν πήδο και βρίσκεται μέσα στο πηγάδι. Ήπιε και ξεδίψασε κι ευχαριστήθηκε στ΄αλήθεια. «Τώρα τι κάνουμε; Πώς θα βγούμε από δω μέσα;», ρώτησε την αλεπού.
«Μη στεναχωριέσαι, φίλε μου, έχω σχέδιο. Στήσε τα μπροστινά σου πόδια στο τοίχωμα του πηγαδιού. Θα πατήσω στην πλάτη σου, θα σκαρφαλώσω και θα βγω πρώτη εγώ κι ύστερα θα σε τραβήξω και σένα».
Χωρίς να πολυσκεφτεί πάλι ο τράγος έκανε ό,τι του είπε η πονηρή αλεπού κι εκείνη γρήγορα-γρήγορα σκαρφάλωσε στην πλάτη του, πάτησε και στα χοντρά στριφτά του κέρατα και πήδηξε έξω από το πηγάδι.
«Τώρα σειρά σου να με βοηθήσεις», της φώναξε ο τράγος.
«Δεν θα ‘σαι καλά, μου φαίνεται! Πώς μπορώ εγώ τόσο μικροκαμωμένη να σε τραβήξω επάνω; Δεν βλέπεις το μπόι και το βάρος σου;», του απάντησε η αλεπού κοροϊδευτικά. «Σε χαιρετώ, φίλε μου. Ας είχες περισσότερο μυαλό, τουλάχιστον τόσο όσες είναι οι τρίχες στο πηγούνι σου, κι ας σκεφτόσουν πριν κατέβεις με ποιον τρόπο θα μπορούσες να ξανανέβεις…», του φώναξε κι έφυγε μακριά γελώντας ευχαριστημένη με την εξυπνάδα της και το ανόητο πάθημα του τράγου.
Κι εκείνος έμεινε εκεί βελάζοντας για πολλές ώρες, ώσπου ο αφέντης του, που τον αναζητούσε, τον άκουσε και βρήκε τον τρόπο να τον βγάλει.
Πήρε όμως ένα πολύ καλό μάθημα κι από τότε διηγείται σε όλους τους φίλους του το πάθημά του και τους συμβουλεύει: «Πριν κάνετε κάτι, πολύ να το σκεφτείτε. Μη δείτε μόνο την πρόσκαιρη χαρά που θα κερδίσετε, αλλά αναλογιστείτε και τι άλλες συνέπειες θα έχει αυτή η πράξη ση ζωή σας. Γιατί πολύ συχνά η επιθυμία μας για μια σύντομη απόλαυση μας παγιδεύει σε πολύ δυσάρεστες καταστάσεις και την πληρώνουμε ακριβά».
Απόδοση: Σταυρούλα Κουμενίδου
ΠΗΓΗ



Κάντε μας Like και στο Facebook πατώντας εδώ 
Read More »