Πέμπτη 12 Οκτωβρίου 2017

Ο Αλί Μπαμπά και οι 40 Κλέφτες


 Μια φορά και ένα καιρό σε μια πόλη της Περσίας ζούσε ένας έμπορος χαλιών που είχε δύο γιους, τον Κασίμ και τον Αλί Μπαμπά. Μετά τον θάνατο του ο άπληστος Κασίμ ανέλαβε την επιχείρηση του πατέρα του ξεγελώντας τον Αλί Μπαμπά. Ο Κασίμ παντρεύτηκε μια πλούσια γυναίκα ενώ ο Αλί Μπαμπά έπρεπε να συντηρεί την γυναίκα του και τα παιδιά του. Κέρδιζε το ψωμί του κόβοντας και πουλώντας ξύλα.
     Μια μέρα ο Αλί Μπαμπά έκοβε ξύλα στο δάσος όταν ξαφνικά άκουσε καλπασμούς αλόγων. Φοβήθηκε και κρύφτηκε πίσω από τα δέντρα. Εμφανίστηκε μια ομάδα από 40 άντρες πάνω σε άλογα η οποία σταμάτησε μπροστά από ένα μεγάλο βράχο στους πρόποδες του βουνού. Ένας από τους κλέφτες που φαινόταν να είναι ο αρχηγός στάθηκε μπροστά στο βράχο και φώναξε δυνατά "Άνοιξε σουσάμι" και τότε μια πέτρα του βράχου μετακινήθηκε αποκαλύπτοντας μια σπηλιά.
     Ο Αλί Μπαμπά δεν πίστευε στα μάτια του. Οι ληστές μπήκαν μέσα στη σπηλιά μαζί με όλα όσα είχαν κλέψει και η πόρτα πίσω τους έκλεισε. Μετά από λίγο η πόρτα άνοιξε και πάλι και οι ληστές βγήκαν έξω με άδεια χέρια και αφού ανέβηκαν πάνω στα άλογα τους εξαφανίστηκαν μέσα στο δάσος.
     Ο Αλί Μπαμπά δεν μπορούσε να αντισταθεί. Στάθηκε αμέσως μπροστά στο βράχο και φώναξε "Άνοιξε σουσάμι". Η πόρτα άνοιξε όπως και πριν και ο Αλί Μπαμπά μπήκε στη σπηλιά. Παντού υπήρχαν μπαούλα γεμάτα χρυσό, ασήμι, πολύτιμους λίθους, διαμάντια και ρουμπίνια. "Θα πάρω μερικά νομίσματα" είπε. "Οι κλέφτες ούτε που θα το προσέξουν". Γέμισε ένα σάκο με νομίσματα και γύρισε στο σπίτι.
      Η γυναίκα του έμεινε έκπληκτη όταν είδε τόσο πολύ χρυσάφι. Εξήγησε στην γυναίκα του τι είχε συμβεί και αυτή αμέσως έτρεξε στο σπίτι του Κασίμ να φέρει μια ζυγαριά για να τα μετρήσουν. Η γυναίκα του Κασίμ όμως που ήταν πονηρή και περίεργη κόλλησε κερί κάτω από την ζυγαριά για να δει τι θα μετρήσουν.
     Την επόμενη ημέρα και αφού είχαν μετρήσει το χρυσάφι η γυναίκα του Αλί Μπαμπά επέστρεψε την ζυγαριά. Η γυναίκα του Κασίμ ανακάλυψε το μυστικό τους βρίσκοντας ένα χρυσό νόμισμα κολλημένο στη ζυγαριά και αμέσως ενημέρωσε τον Κασίμ για τα πλούτη του αδερφού του.

     
Ο Κασίμ ζήλεψε πολύ. Πήγε αμέσως στο σπίτι του Αλί Μπαμπά και τον ρώτησε " Αλί Μπαμπά πως είσαι αδερφέ μου. Ήρθα για να δω αν χρειάζεσαι κάποια βοήθεια από μένα". Ο Αλί Μπαμπά του απάντησε "Σε ευχαριστώ πολύ αδελφέ μου αλλά έχω αρκετά πλούτη τώρα". Ο αθώος ο Αλί Μπαμπά είπε τα πάντα στον πονηρό αδελφό του για τους κλέφτες και για την σπηλιά που είχε βρει. Του είπε ακόμα και το συνθηματικό με το οποίο άνοιγε η πόρτα της σπηλιάς.
     Την επόμενη μέρα ο Κασίμ πήρε 4 δυνατά μουλάρια και πήγε στην σπηλιά. Στάθηκε μπροστά στη πόρτα και φώναξε "Άνοιξε σουσάμι". Η πόρτα άνοιξε και ο Κασίμ δεν πίστευε στα μάτια του. Μπήκε μέσα και η πόρτα έκλεισε πίσω του. Άρχισε να γεμίζει τους σάκους του με το χρυσάφι και τα πετράδια. Ήταν όμως τόσο ενθουσιασμένος που ξέχασε το συνθηματικό για την πόρτα. Όταν ήρθε η ώρα να φύγει από την σπηλιά φώναξε "Άνοιξε κριθάρι" αλλά η πόρτα δεν μετακινήθηκε. Ξαναπροσπάθησε φωνάζοντας "Άνοιξε ψωμί" και "Άνοιξε πόρτα" αλλά μάταια. Ξαφνικά άκουσε καλπασμούς και τους κλέφτες οι οποίοι είχαν επιστρέψει. Όταν μπήκαν μέσα στην σπηλιά είδαν τον Κασίμ και αμέσως τον σκότωσαν. 

   
  Ο Αλί Μπαμπά ανησύχησε γιατί ο αδελφός του έλειπε πολλές ώρες και πήγε να τον βρει. Μπήκε μέσα στη σπηλιά και βρήκε το σώμα του νεκρού αδερφού. Το έβαλε πάνω σε ένα μουλάρι και το μετέφερε στο σπίτι. Η υπηρέτρια του Κασίμ, η  Μοργκιάνα, πρότεινε να μην πουν σε κανέναν την αλήθεια αλλά ότι ο Κασίμ είναι άρρωστος. Σε δύο μέρες είπαν στους γνωστούς ότι ο Κασίμ δεν άντεξε και πέθανε. Ο Αλί Μπαμπά ήρε την Μοργκιάνα να δουλέψει στο σπίτι του.
           Όταν οι ληστές ξαναπήγαν στη σπηλιά δεν βρήκαν το σώμα του Κασίμ και αμέσως κατάλαβαν ότι και κάποιος άλλος ξέρει το μυστικό τους. Πήγαν στο χωριό και ρωτούσαν αν πέθανε κάποιος πρόσφατα. Έμαθαν για τον Κασίμ και ότι έχει έναν αδερφό τον Αλί Μπαμπά. Το βράδυ πήγαν στο σπίτι του Αλί Μπαμπά και δεν βρήκαν κανένα. Ζωγράφισαν ένα Χ στην πόρτα του σπιτιού και αποφάσισαν να επιστρέψουν το επόμενο βράδυ. Το πρωί η Μοργκιάνα βρήκε το σημάδι στην πόρτα και κατάλαβε τι είχε συμβεί. Αμέσως ζωγράφισε το ίδιο σημάδι σε κάθε πόρτα του χωριού και έτσι όταν οι ληστές επέστρεψαν δεν μπόρεσαν να βρουν το σπίτι.
Ο αρχηγός τους εκνευρίστηκε πολύ και αποφάσισε να βρει την άλλη μέρα ο ίδιος το σπίτι του Αλί Μπαμπά. Πήρε 40 βαρέλια, γέμισε 1 βαρέλι με λάδι και στα υπόλοιπα έβαλε τους ληστές του. Το βράδυ πήγε στο σπίτι του Αλί Μπαμπά. Χτύπησε την πόρτα και του είπε "Είμαι έμπορος λαδιού και αναζητώ ένα μέρος για να περάσω το βράδυ". Ο καλόψυχος Αλί Μπαμπά του είπε ότι μπορεί να μείνει εκεί. Η Μοργκιάνα όμως είδε το δαχτυλίδι που φορούσε ο ληστής το οποίο ήταν ίδιο με ένα δαχτυλίδι που είχε φέρει ο Αλί Μπαμπά μαζί με τα νομίσματα. Όταν κοιμήθηκαν όλοι η Μοργκιάνα πήγε και χτύπησε ένα βαρέλι. Αμέσως ακούστηκε μια φωνή  "Να βγούμε αρχηγέ". Αμέσως η Μοργκιάνα πήρε το βαρέλι με το λάδι και έτρεξε στην κουζίνα. Έβρασε το λάδι, πήγε στο κελάρι όπου ήταν τα βαρέλια με τους ληστές και έριξε από μια κανατιά με το βραστό λάδι σε κάθε βαρέλι. Το πρωί ο αρχηγός άνοιξε τα βαρέλια και βρήκε τους ληστές του καμένους. Τρόμαξε τόσο που έφυγε τρέχοντας.

Ο Αλί Μπαμπά ευχαρίστησε την Μοργκιάνα που τους έσωσε και της είπε ότι πλέον ήταν μέλος της οικογένειάς του. Και όλοι μαζί έζησαν ευτυχίσμενοι για πολλά χρόνια έχοντας τα πλούτη από την σπηλιά αφού πλέον μόνο ο Αλί Μπαμπά γνώριζε το συνθηματικό.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου